Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2015

Η Αϊσέ πάει διακοπές- Το πρώτο μου βιβλίο!

Ξέρω ξέρω… εδώ καράβια χάνονται βαρκούλες αρμενίζουν. Αλλά αυτή την βαρκούλα θέλω πολύ να την μοιραστώ μαζί σας. Το πρώτο μου βιβλίο (επειδή εύχομαι να υπάρξουν και πολλά άλλα) κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από τις εκδόσεις Πατάκη με τίτλο «Η Αϊσέ πάει διακοπές» και αναφέρεται ναι, στην γνωστή μας Αϊσέ που ήρθε να παραθερίσει στον τόπο πριν από 41 χρόνια.
Α, και το μισό είναι γραμμένο στα Κυπριακά.

Θα χαρώ να τα διαβάσετε και να μου πείτε την γνώμη σας. Λόγω της κατάστασης στην Ελλάδα  δεν έχει έρθει ακόμα στην Κύπρο αλλά μπορείτε να το βρείτε διαδικτυακά στην Πολιτεία και σε άλλα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία.

Φιλιά!

  

 

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2015

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

ασκήσεις τέλους


Ηρωίδα: Τους έκανες να με αντιπαθήσουν

Γραφιάς: Ποιους

Η. Όλους αυτούς
 που διάβασαν
την ιστορία μου

Γ.Σιγά

Η.με μισούν

Γ.Καθόλου

Η. με μισούν

Γ. απλώς διαφωνούν
  Νομίζω

Η. με τι

Γ. με την ανάγκη σου

Η.να με αγαπούν

Γ. να σε αγαπούν

Γ. Η ανάγκη σου
που περιγράφω
που λες

Η. αυτό

Γ. είναι
ταμπού

είναι
Η. …

Η. όλοι αυτοί που τους αγαπούν
ίσως δεν ξέρουν
πως είναι
να έχεις μια πείνα
για την αγάπη


Η. δεν ξέρουν όλοι αυτοί
πως είναι
να έχεις μια πείνα
για την αγάπη

Η. ίσως δεν ξέρουν
Πως είναι
αυτή η πείνα
Για την αγάπη

Γ. για την αγάπη

Η. να θέλεις να γεμίσεις
την αγκαλιά σου

Γ. με την αγάπη

Η. με την αγάπη

Γ. λένε πως δεν είναι

Η. δεν είναι

Γ. αγάπη

Η.ίσως δεν έχουν αυτοί πεινάσει

Γ.δεν ξέρω

Η. Αυτοί
δεν έχουν πεινάσει

Γ. πως μπορώ εγώ να ξέρω
Ποιοι και πόσο έχουν πεινάσει
ζω την μικρή απλή ζωή μου
πλένω μαγειρεύω σιδερώνω
πηγαίνω κιόλας δουλειά
φροντίζω
την οικογένεια μου

Κάποτε σπάνια πια γράφω ιστορίες


Η. ζεις την απλή μικρή ζωή σου
πλένεις μαγειρεύεις σιδερώνεις
πηγαίνεις κιόλας δουλειά
φροντίζεις
την οικογένεια σου

Έγραψες την μικρή μου ιστορία

Γ. ακόμα
Το τέλος
Της ιστορίας
Περιμένει

Η. το τέλος της ιστορίας

Περιμένει

Γ. Περιμένει

Γ. και δεν ξέρω

Η.δεν ξέρεις

Γ. ποιο θα είναι
Αυτό

Η. το τέλος της ιστορίας
περιμένει
Και δεν ξέρεις ποιο
Θα είναι
Αυτό


Γ. δεν ξέρω

Η. δεν ξέρεις το τέλος
Της ιστορίας

Γ. δεν ξέρω

Η. θα ήθελα
Ωστόσο
Εγώ
κάτι άλλο
να ξέρω

Αν εσύ
Σε αυτή
Την ιστορία
Είσαι απαθής

Γ. εγώ σε αυτή την ιστορία
Είμαι απαθής

Η. αν ξέρεις
Κάπως
Όχι το τέλος

Αλλά
Αν καθόλου

Με συμπαθείς


Γ. δεν ξέρω
Καθόλου της ιστορίας αυτής

Το τέλος

Η. θέλω να ξέρω αν εσύ
από όλους αυτούς

Με όσα κάνΩ θα συμφωνείς

Γ. θέλεις να ξέρεις

Η. εσύ
που γράφεις την ιστορία
Μου

Γ. ναι

Η. πρέπει να μου πεις

Γ. στο τέλος

Η. αν με συμπαθείς

Γ. ...

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Ο δότης



Η Άντρη μάζεψε τα κλειδιά, την αξιοπρέπεια και το βιβλίο της, άφησε πέντε ευρώ στο τραπέζι (καφές στο Παραλιμνί ισοδυναμεί με καφέ στο Κολονάκι!) και ετοιμάστηκε να φύγει. Αποφάσισε πως δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει ακόμα την μάνα της και πήρε το αυτοκίνητο να πάει για λίγο στην παραλία. Το ήξερε από την αρχή πως τούτη η κουβέντα δεν θα είχε καλή κατάληξη αλλά πάλε να τα βάλει στα πόδια μόλις της είδε! «Τόσο άσχημη είμαι πια?», σκέφτηκε πικραμένα. Ή πάλε τόσο μεγάλη? Τόσο άσαστη, τόσο απεριποίητη? Τόσο… τι? Αν και κάτι είχε πάθει αυτός… Κάτι με το τηλέφωνο, κάτι με κάτι άλλο… Άσε που φρίκαρε μόλις είδε τα νύχια της… Δεν ξαναείδε φαίνεται γυναίκα με άβαφτα νύχια! «Μπορεί να είμαι η μόνη γυναίκα με άβαφτα νύχια Παγκυπρίως!», μονολόγησε. Η μόνη γυναίκα με άβαφτα νύχια στην ηλικιακή ομάδα 16-67 που αποτελείται από κομπλεξαρισμένες Κυπραίες που βάφονται, ντύνονται στολίζονται και περιμένουν τον γαμπρό να περάσει!

Το θέμα είναι πως υπήρχε λόγος που ήτανε άβαφτα τα νύχια της (πέραν της βασικής της αδιαφορίας να στολίζει όπως έκαναν οι άλλες τον εαυτό της). Είχε πάει προ ημερών για εκείνη την μικροεπέμβαση και είχε εισηγηθεί ο αναισθησιολόγος αφού θα γινόταν μια μικρή έστω αναισθησία 30 λεπτών να μην βάλει μανικιούρ γιατί τα νύχια επιτρέπουν στον γιατρό να δει αν κάτι δεν πάει καλά με τα φάρμακα της αναισθησίας. Η Άντρη κατένευσε επειδή φοβόταν κιόλας την αναισθησία και επειδή το βήμα αυτό που ετοιμαζόταν να κάμει ήταν μεγάλο και φοβερό και από την στιγμή που το αποφάσισε τα υπόλοιπα είπε να τα αφήσει στον γιατρό της, στην ομάδα της Κλινικής και στον Θεό της. «Είσαι σίγουρη?», της είχε πει ο Σωζιάδης. «Αυτό που πάεις να κάμεις είναι βήμα σοβαρό. Εξωσωματική γονιμοποίηση για να κάμεις μωρό χωρίς σύντροφο, με δότη σπέρματος!». Είχε προσπαθήσει φυσικά να την μεταπείσει. Δεν είσαι καθόλου μεγάλη της είπε! Μπορείς ακόμα να έβρεις έναν σύντροφο, ένα φίλο, έναν γκόμενο. Μπορείς να παντρευτείς! Μπορείς να κάμεις έρωτα να κάμεις ένα μωρό με τρόπο φυσιολογικό! «Μπορώ? Δεν μπορώ? Μπορώ? Δεν ξέρω!», του είπε. Αυτό που ήξερε πως ήθελε πολύ να κάμει ένα μωράκι. Ήθελε πολύ να σφίξει ένα μικρό πλασματάκι στην αγκαλιά της. Η λαχτάρα της για αυτό το μωρό ήτανε τόσο μεγάλη που έμοιαζε σχεδόν με πείνα. Πεινούσε. Πεινούσε για την αγάπη. Πεινούσε να έχει ένα παιδάκι, μικρό γλυκό, μωρό, στην αγκαλιά της. Πεινούσε για την ανάσα του, για την αγκαλιά του. Για τα παχουλά τα χεράκια του. Την κοιλίτσα του. Πεινούσε για τα δαχτυλάκια, της πατουσίτσες, τα πρώτα λογάκια. Για την αγάπη του. Πεινούσε για ένα μωρό! Το είχε απόλυτη ανάγκη!  Και η ανάγκη της αυτή ήταν μεγαλύτερη, σπουδαιότερη, θεόρατη. Πιο σημαντική από του να έχει ένα σύντροφο. Από μία λεγόμενη φυσιολογική και νορμάλ ζωή. «Είμαι πια 37 χρονών γιατρέ. Μόνη, κατασταλαγμένη. Νηπιαγωγός στο Παραλίμνι. Στο Παραλίμνι! Έχεις έρθει ποτέ στο Παραλίμνι?  Έχεις δει πως είναι η θάλασσα τον χειμώνα?», του είπε σχεδόν θυμωμένα. Πως μπορούσε να έβρει ένα σύντροφο, ένα φίλο, ένα γκόμενο. Πως μπορεί να παντρευτεί, να κάμει έρωτα. «Κοίτα με». Ήθελε να του πει. Κοίταξε με!!! Πώς θα μπορούσε κάποιος να με αγαπήσει? Πώς θα μπορούσε κάποιος να με σφίξει στην αγκαλιά του? Να μου χαρίσει ένα μωρό. Ο γιατρός την κοίταξε. Θα ήθελε να της πει εγώ αλλά ντράπηκε. Αντί αυτού της έδωσε όλες της ενδεδειγμένες οδηγίες. Να βάλει τις ενέσεις που της έγραψε, κάθε μέρα μια στην κοιλιά. Αυτές θα την βοηθούσαν να παραγάγει  περισσότερα ωάρια. Θα παρακολουθούσαν την εξέλιξη, τον αριθμό και το μέγεθος τους μαζί. Όταν θα ερχόταν η ώρα θα τα αφαιρούσαν για να τα γονιμοποιήσουν με το σπέρμα του δότη που διάλεξε. Ένα υγιές καλό σπέρμα που θα πληρούσε τις προϋποθέσεις που ήθελε η ίδια να θέσει για τα μωρά της.

Η Άντρη μετά από αυτό πέρασε νύχτες ολόκληρες να σκέφτεται το σπέρμα του δότη. Το σκεφτόταν με χίλιους τρόπους. Το σκεφτόταν σαν εκατομμύρια μικρά παιδιά που ήθελαν με το ζόρι να μπουν στην κοιλιά της, το σκεφτόταν ως άσπρα σιντριβάνια που έλουζαν το γυμνό της κορμί το σκεφτόταν να βρίσκεται σε μπουκάλια, σε κάδους, να βγαίνει από αγελάδες και να προβατάκια, το σκεφτόταν να το πίνει στον καφέ της, σας γιαούρτι με το πιλάφι της, σαν κάτι αναγκαίο απόλυτο και φυσιολογικό για την επιβίωση της. Μια μέρα στον ύπνο της το είδε και ως ένα τεράστιο κύμα. Σαν ένα κύμα σπέρματος που ερχόταν από τον βυθό να την κατασπαράξει. Αφού ξύπνησε το πρωί κατατρομαγμένη. Σε σημείο που άρχισε να κάνει δεύτερες σκέψεις για την όλη κουβέντα. Το συζήτησε μάλιστα με τον γιατρό ο οποίος της είπε να μην ανησυχεί. Είναι φυσιολογικά όλα αυτά της ανέφερε, σε επηρεάζουν οι ορμόνες. Επίσης σκέφτεσαι το σπέρμα ως εισβολή ενώ θα πρέπει να το σκέφτεσαι σαν τον πατέρα του παιδιού σου. Έλα τώρα να δεις φωτογραφίες να διαλέξουμε τον δότη επειδή τα ωάρια σου μεγάλωσαν. Σε 1-2 μέρες θα πρέπει να τα αφαιρέσουμε, να τα γονιμοποιήσουμε να κάνουμε τοποθέτηση.

Η Άντρη έπιασε να κοιτάζει τις φωτογραφίες και να διαβάζει τις λεζάντες που τις αφορούσαν. Ο γιατρός της συνέστησε να πάρει τον χρόνο της και να κοιτάξει τις φωτογραφίες προσεκτικά. Η Άντρη μελετούσε το βιβλίο και σκεφτόταν πως δεν ήξερε πως ήθελε να μοιάζει το μωρό της και πως η μελέτη των δειγμάτων θύμιζε αγορά σε κρεοπωλείο. «Ακουσε», είπε στον Σωζιάδη, «δεν ξέρω πώς να το κάνω αυτό. Βοήθησε με. Θέλω απλώς ένα μωράκι που να μοιάζει με μένα». Και ύστερα συνεσταλμένα. «Θέλω να είναι λεπτός, ψηλός, μελαχρινός, γεμάτος μυς και τρίχες». Κοίταξε τον γιατρό. «Έτσι ήταν η πρώτη μου αγάπη. Που με παράτησε για να γίνει διάσημος». Έγινε; Την ρώτησε ο γιατρός και εκείνη σήκωσε τους ώμους. Έχει τελικά σημασία; Σημασία είχε ότι τον αγάπησε τόσο πολύ που πονούσε. Ήταν σίγουρη πως αν άνοιγαν τότε την καρδιά της θα έβλεπα ένα μεγάλη κραχ. Ένα μεγάλο ρήγμα. Κομματάκια. Αλλά θα ήθελε ένα μωρό που να του μοιάζει. Παρά ταύτα. Γίνετε? Ο γιατρός έγνεψε θετικά και της έδειξε μια σχετική φωτογραφία που έμοιαζε με αυτό που επιθυμούσε. Η Άντρη έγνεψε. Ήταν ακριβώς αυτό που επιθυμούσε. Να έρτεις αύριο το πρωί της είπε, η ώρα εφτά. Νηστική. Θα πάρουμε τα ωάρια και θα τα γονιμοποιήσουμε με το ψηλό μελαχρινό σπέρμα. Εκτός κι αν αλλάξεις γνώμη. Έλα το πρωί. Ή Άντρη τον κοίταξε. Κοίταξε την φωτογραφία. Κοίταξε ύστερα τα άβαφτα νύχια της. Το πρωί θα είμαι εδώ του είπε. Είχε φυσικά προηγουμένως να πάει σε ένα τυφλό ραντεβού που της κανόνισε η μάμα της. «Αύριο το πρωί θα είμαι εδώ». 

Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

Με ρώτησες αν πάμε εκδρομές.


Γιώργο δεν σε κατάλαβα αμέσως χθες. Έχασες πολλά από τα μαλλιά σου και αυτά που σου έμειναν έχουν γκριζάρει. Γιώργο μεγάλωσες πολύ και με έχεις σοκάρει και θα θελα πολύ να γίνω μπανάλ και να πω ότι είδα το παλιό αγόρι που γνώριζα μέσα από τα μάτια σου αλλά Γιώργο έχει γεράσει, δεν έβλεπα τίποτα και γελούσα νευρικά και σκεφτόμουν πως έπρεπε να σου πως για λοσιόν που βοηθούν στην τριχόπτωση. Αλλά Γιώργο φαντάζομαι θα είδες κι εσύ σε μένα κάτι διαφορετικό, το κατάλαβα. Γιώργο νομίζεις πως κι εγώ έχω γεράσει αλλά δεν γέρασα Γιώργο, οι γυναίκες κρατιούνται καλύτερα πάμε σε αισθητικούς και κομμωτήρια και κάνουμε και δίαιτες (στις άλλες προφανώς είναι πιο πετυχημένες) αλλά Γιώργο οι γυναίκες φαινόμασταν καλύτερα, δεν γέρασα Γιώργο και μην κουνάς επιτιμητικά το κεφάλι. Μέσα σε όλα τα άλλα με ρώτησες αν με την οικογένεια πάμε εκδρομές και έμεινα Γιώργο να σκέφτομαι γιατί μου κάνει τέτοιες ερωτήσεις σε μια τέτοια νύχτα γιατί από όλα που θα μπορούσες να με ρωτήσεις με ρώτησες αν πάμε εκδρομές. Γιώργο έχω πολύ καιρό να πάω εκδρομή, κάνω συνέχεια χίλια άλλα, φαντάζομαι κι εσύ και δεν πηγαίνω εκδρομές. Μερικές φορές κοιτώ το κορμί και νομίζω είμαι επιβιώσαντας πολέμου. Γιώργο οι παλιοί μαχητές οι πληγωμένοι δεν πάνε εκδρομές. Γιώργο χτες βράδυ έμεινα να κοιτώ το κορμί μου προσπαθώντας τι μπορώ να φορέσω που να θυμίζει πως ήμουν στα 17, φαντάζομαι από τα μάτια σου πως δεν τα κατάφερα. Γιώργο έχω ουλές στην κοιλιά μου, το στήθος μου έχει πέσει κι έχω παχύνει. Γιώργο δεν ξέρω οι χοντροί μπορεί να μην πηγαίνουν εκδρομές. Ούτε οι φαλακροί. Να το κοιτάξεις. Γιώργο δεν πηγαίνω εκδρομές πηγαίνω στο πάρκο. Ετοιμάζω τσάντες λες και θα πάμε εκστρατεία, βάζω μέσα ψωμιά τυριά μπισκότα βιολογικά και νεράκι. Γιώργο παίρνω μια τσάντα φορτωμένη και στέκω πάνω από τα μωρά μου σαν κέρβερος. Οι κέρβεροι δεν πάνε εκδρομές. Γιώργο δεν είμαι πια 17 ούτε θα ήθελα να είμαι και δεν θυμάμαι αν πήγαινα  και τότε εκδρομές. Δεν θυμάμαι πως ήταν τότε που ήμουν εγώ παιδί, ίσως τις έχω διαγράψει τις εμπειρίες τις νιότης μας. Έχουν περάσει από πάνω μας τόσα άλλα. Καλά και κακά, μεγάλα και δύσκολα. Δεν θυμάμαι για εύκολα. Γιώργο πραγματικά χάρηκα που σε είδα αλλά με έκανες και σκεφτόμουν συνέχεια για τις εκδρομές και με έχεις χαλάσει. Με έχεις κάνει να θυμηθώ πόσο αγαπώ την θάλασσα πόσο θα ήθελα να την βλέπω. Γιώργο με έκανες να βγάλω έξω χτες πόθους και επιθυμία. Σε αγαπώ ρε Γιώργο, πόσο ωραία περάσαμε τότες όλοι μαζί. Αλλά με ρώτησες αν πάμε εκδρομές Γιώργο και είχε τόσο πάθος η φωνή σου. Με ρώτησες αν πάμε εκδρομές και κατάλαβα πόσο πολύ κι εσείς δε πάτε, πόσο θα ήθελες να πηγαίνεις. Σε αγαπώ Γιώργο και σένα και τους άλλους, σας αγάπησα πολύ ήμουν πολύ νέα και αθώα κι εσύ το ίδιο, ήμασταν τόσο νέοι και τόσο αθώοι που δεν μπορώ να θυμηθώ πότε ήταν αυτό. Σαν τις εκδρομές. Γιώργο με έχεις νευριάσει, νομίζω δεν σε αγαπώ, μπορεί να σε αγαπούσα τότε αλλά τώρα δεν σας αγαπώ, τώρα είστε όλοι ένα μάτσο ξένοι και με κοιτάζετε περίεργα. Γιώργο ξέρω πως πάχυνα. Τελευταία έχω διαβάσει καταπληκτικά βιβλία, βλέπω το μυαλό μου να ανοίγει σαν πεταλούδα στον ήλιο, Γιώργο το μυαλό μου έχει πετάξει έχω πάει αλλού αλλά σκέφτομαι πώς θα φαίνομαι στην παραλία με το μπικίνι. Γιώργο με έχεις εκνευρίσει που ρώτησες για τις εκδρομές. Δεν έπρεπε να ρωτήσεις. Γιώργο, όχι δεν πάμε εκδρομές. Να κανονίσουμε αν θέλεις να πάμε κάποτε μαζί. Όχι αύριο, και μεθαύριο. Έχω τόσα να κάνω. Να πάμε κάποτε Γιώργο όμως αν θέλεις. Να πάμε καμιά εκδρομή.

Σημείωση: Ήταν το ριγιούνιον της τάξης μας χθες βράδυ

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Τυφλά ραντεβού



«Ένα το χελιδόνι και η άνοιξη ακριβή!»…

«Χριστέ μου», εσκέφτηκε ο Πέτρος, «Χριστέ μου Χριστέ μου βοήθα με να μεν φωνάξω». Αποφάσισε να μην φωνάξει. Αντίθετα, ίσιωσε το λευκό του το πουκάμισο, κούμπωσε το τυχερό του χαϊμαλί στο χέρι και αναγκαστικά πέρασε από την κουζίνα για να πιάσει τα κλειδιά του αυτοκινήτου να πάει στο καλό.

«Που πάεις;», ρώτησε μισο-αδιάφορα μισο-επιδεικτικά ο παπάς του. Με το τσιγάρο να καπνίζει χαλαρά από τα χείλη του. Με το κορμί να δείχνει το ραδιόφωνο. Η άνοιξη είναι ακριβή. Ο Πέτρος κατάλαβε πως το άσμα στην διαπασών απευθυνόταν στον ίδιο, πώς τα είχε καταφέρει να μην πέσει στην παγίδα ακόμα και πως σε λίγα λεπτά θα μπορούσε να διαφύγει.

«Άεις τον. Έσιει ραντεβού!», είπε με καμάρι η μάνα του. Στεκόταν στον νεροχύτη και καθάριζε αγκινάρες. Είπε ξανά. «Έσιει ραντεβού!». Πιο δυνατά από ότι έπρεπε. Ν ακουστεί. Να ακούσει η γειτόνισσα δίπλα. Ο σκοπός. Ο παπάς του εσήκωσε τα φρύδια του. Τον εκοίταξε πειρακτικά. Πήγε κάτι να πει αλλά το μετάνιωσε. Και ο Πέτρος το μετάνιωσε. Τον κοίταξε. Εσκέφτηκε να μιλήσει.  «Χριστέ μου είμαι πια σαράντα χρονών!». Ο παπάς έκλεισε τα μάτια του. «Πάρε μαζί σου έναν τριαντάφυλλο!», του είπε. «Να σε καταλάβει».

Ώστε το ήξερε. Για το τυφλό του ραντεβού. Με μια κοπέλα. Κόρη φίλης της μάνας του. Στα 37. Όμορφη. Με δική της δουλειά! Καλό! Με νηπιαγωγείο. Δασκάλα! Και ιδιοκτήτρια. Δεν του ζητούσε τίποτα. Ένα καφέ. Δίπλα στην γειτονιά. Να την δει, να τον δει. «Που ξέρεις;», του είπε με ελπίδα. «Πού ξέρεις…».

Μάμα μου, επήγεν να της πει. Μάμα μου καλή μου μάμα. Νόμιζα τα εμιλήσαμεν. Νόμιζα τα συζητήσαμε. Εγώ με τις γυναίκες, δεν.. Δεν μπορώ δεν την θέλω. Δεν καταλαβαίνω. Εξάλλου σου είπα για τον Κώστα. Είπα σου! Ο Κώστας… Αχ ο Κώστας, ο Κώστας, ο Κώστας…

Αλλά η μάνα του έκλεισε τα μάτια της. «Έναν καφέ! Έναν καφέ. Τζαι πού ξέρεις; Μπορεί να σου αρέσει. Να δοκιμάσεις! Να δεις». Άνοιξε τα μάτια της. Που ξέρεις. Να σε δει η γειτόνισσα, να σε δει η γειτονιά. Να δουν ότι μπορείς. Να σε δουν.

Ο Πέτρος πήρε το αυτοκίνητο και οδήγησε στον παραλιακό να δει τουλάχιστον ο ίδιος την θάλασσα, να χορτάσει το βλέμμα του άμμο, αφού το πρωί θα πήγαινε χαμένο με την βλακεία που ανέλαβε να κάμει. Δεν ήταν που ντρεπόταν ή που δεν μπορούσε να ορθώσει το ανάστημα του στην μάνα του. Ζούσε άνετα ελεύθερα και ζωντανά την ζωή του στην Λευκωσία. Είχε βγει ας πούμε από το κουτί. Είχε κιόλας προσπαθήσει να της εξηγήσει ξανά και ξανά. Και είχε πραγματικά νομίσει ότι εκατάλαβε. Της γνώρισε κιόλας τον Κώστα, τον εβρήκεν και όμορφον για όνομα του Θεού! Απλώς… Ήταν εκείνη η ικεσία στα μάτια της. Να της σώσει την υπόληψη στην γειτονιά. Να δουν και οι άλλοι να καταλάβουν. Πού ξέρεις; Δοκίμασε… Που ξέρεις…

Αυτό που ήξερε ήταν πως βασικά το πρόβλημα ήταν που είχε τσακωθεί με τον Κώστα. Για αυτό τα βρόντησε όλα και έφυγε για το πατρικό του. Τσακώθηκαν άσχημα. Σχεδόν τον έδειρε. Σκοτώθηκαν. Και είχε διαλυθεί. Ήθελε να πάει σπίτι του. Να πάει στο πατρικό του… στην γαλήνη του. Να κάτσει στο δωμάτιο του να καταλάβει. Και όχι να δίνει εξηγήσεις. Για αυτό που είναι. Αυτό που ήθελε να κάμει. Και να βγαίνει και τυφλά ραντεβού. Ο πάτος. 

Η 37χρονή καθόταν ήδη στο καφέ όταν πλησίασε. Ήταν μια νόστιμη μελαχρινούλα, λίγο γεμάτη με αχτένιστα σγουρά μαλλιά. Με έναν αέρα δεκαετίας του 80 στις κινήσεις. Με μαύρα μαλλιά, με πρόσωπο χλωμό, λευκό, σαν χιόνι. Διάβαζε το βιβλίο της και όταν τον είδε δίπλωσε βιαστικά την σελίδα. Είχε νύχια κοντά και άβαφτα. Ο Πέτρος ταράχτηκε. Έβρισκε πάντα να υπάρχει κάτι εύθραυστα τραγικό στα άβαφτα νύχια μιας γυναίκας. «Τι πίνεις;», την ρώτησε και άπλωσε το χέρι του «Πέτρος». «Καφέ με γάλα του είπε. Άντρη. Το ξέρω». Χαμογέλασε νευρικά και μετά τον κοίταξε με θάρρος. Ήταν πολύ αθώα για 37χρονή σκέφτηκε με σπαραγμό. Για τυφλό ραντεβού μαζί του στο Παραλίμνι. Με τα άβαφτα τα νύχια της. Το βιβλίο της. «Τι είναι», τον ρώτησε. Την τρόμαξε η ησυχία του, ο τρόπος που την κοίταζε. «Τίποτε», της είπε. Τίποτε. Τον έπιασε ίλιγγος. Σηκώθηκε απότομα πάνω. Τίποτε. Το τηλέφωνο του βρόντηξε. Κοίταξε το ρολόι του. Σίγουρα ήταν ο Κώστας. Δεν μπορούσε να του μιλήσει τώρα. Ζαλίστηκε. «Τι είναι;», τον ρώτησε εκείνη. Τον είδε που κοίταζε νευρικά το τηλέφωνο. Μισόκλεισε τα μάτια της. «Ποιος είναι;» Ο Πέτρος νευρίασε. Αυτή και τα νύχια της. Πέντε λεπτά σε τυφλό ραντεβού και μοιάζει με απατημένη σύζυγο. Σηκώθηκε και έφυγε… τρέκλισε… «Τι είναι;» του φώναζε αυτή… «Ποιος είναι»… Πήρε το αυτοκίνητο να φύγει… Έξω έπιασε να ανεμίζει αέρας να σπάζει την ζέστη. Να σπάζει τον κίνδυνο… Έτρεξε γρήγορα στο σπίτι του. Να πάει στο πατρικό του… στην γαλήνη του. Όρμησε μέσα να γλιτώσει. Το σκηνικό στην κουζίνα το ίδιο. Η μάνα του με τις αγκινάρες. Ο πατέρας του να κάθεται… Να ακούει αγέρωχα την μουσική του.. Είχε άλλαξε και άσμα. «εσύ στο χώμα κι εγώ στην φυλακή» έλεγε το τραγούδι… Ο Πέτρος μπήκε μέσα φουριόζος, έριξε κάτω με το χέρι του το ραδιοφωνιάκι να σπάσει. Να σταματήσει. Η μάνα του εγύρισεν να τον κοιτάξει λυπημένα. Πως επήγεν; Ο παπάς του τον κοίταξε ατάραχος και άναψε τσιγάρο. «Πούστης. Είσαι πούστης», του είπε…

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Μετά τις εκλογές: Στο μονοσάνδαλο νεφέλωμα αδελφοί μου!


Στο μονοσάνδαλο νεφέλωμα αδελφοί μου!

Τις τελευταίες μέρες παρακολουθήσαμε πολλά χαριτωμένα στην όμορφη μπλογκερική μας οικογένεια (βρισιές, κλοτσιές, βελάσματα, κομματικές εξάρσεις εθελοτυφλίας και δεν συμμαζεύεται).

Σήμερα το Μονοσάνδαλο νεφέλωμα κάνει μια έκκληση αγάπης. Σας μεταφέρω το μήνυμα. Να βρεθούμε να μιλήσουμε για το πώς μπορούμε να βοηθήσουμε αυτούς που έπληξε η κρίση.

«Χωρίς καμία κομματική σκοπιμότητα, χωρίς προκαθορισμένη αντζέντα», τονίζει.

Διαδώστε το. Το μήνυμα της αγάπης.