Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

"Δεν έφταιγε αυτός... τόσος ήταν..." Μ. Αναγνωστάκης...

Σήμερα είμαι σπίτι και κάνω απεργεία... Δεν γίνετε να είμαι σπίτι και να κάνω απεργεία... Δεν γίνετε αυτό το πράμα που παίζεται γύρω μου να με αφορά με τόσο γελοίο τρόπο. Είμαι κόρη συνδικαλιστή εγώ! Μεγάλωσα δύσκολα... Μεγάλωσα σπουδαία και τίμια! Κάποια πράματα δεν γίνονται...Αλλά και ούτε υπογραφές για να σπάσουμε απεργείες βάζουμε... Πριν δύο χρόνια είχα γράψει αυτό στον μπλογκ... Για τον Άγιο Βασίλη... Σε μια απεργεία... Η απολογία μας...

"Τα Χριστούγεννα του 1985 ήταν τα Χριστούγεννα που η οικογένεια μου δεν θέλει και πολύ να θυμάται. Λες και ήμασταν ταινία, κακόπαικτη, μαυρόασπρη και μελαγχολική ήμασταν βουτηγμένοι μέχρι τα αυτιά στα οικονομικά βάρη. Ο παπάς μου ήταν από τις αρχές του Νοέμβρη σε απεργία για την άρνηση των εργοδοτών να αυξήσουν τα ούτως ή άλλως μικρά μεροκάματα. Η μάμα μου δεν δούλευε αφού την είχαν σταματήσει από το μικρό νηπιαγωγείο που ημιαπασχολείτο. Τα λεφτά ήταν λίγα, οι ανάγκες πολλές, το ίδιο και η μελαγχολία. Την θυμάμαι να πέφτει και να κατακάθεται πάνω στο σπιτάκι μας σαν μια ενοχλητική και επίμονη πούδρα. Πουθενά δεν φαινόταν λίγη χαρά.

Για να μας προετοιμάσει για το (αναπόφευκτο) ενδεχόμενο να περάσουμε τα Χριστούγεννα λιτά, πολύ λιτά, ο παπάς μας είχε καλέσει στην κουζίνα λίγες μέρες πριν τις γιορτές για να μας πει τα καθέκαστα. «Το και το. Κάνω απεργία, δεν έχουμε λεφτά, μην περιμένετε φέτος πολλά-πολλά. Κάνουμε ένα αγώνα για ένα καλύτερο αύριο. Αυτό να σκέφτεστε και να θυμάσαι πως τα Χριστούγεννα δεν είναι τα δώρα και τα λεφτά». Αυτά είπε ο πατέρας μου και ξαφνικά, γυρίζοντας προς εμένα, το νεαρότερο μέλος της οικογένειας, πρόσθεσε πως ίσως ο Άγιος Βασίλης να μην ερχόταν στο σπίτι μας φέτος.

Το θυμάμαι σαν σήμερα! Τα μάτια των υπολοίπων τριών μελών της οικογένειας στράφηκαν πάνω μου να με κοιτάζουν με θλίψη. Ο μεγάλος μου αδελφός κάτι πήγε να πει για ένα μικρό δωράκι που δεν θα ήταν καθόλου κόπος για την μικρή, η αδελφή μου το ίδιο, μα η μάμα μου κοίταξε σταθερά τον πατέρα μου και κατάλαβε πως έπρεπε να πάρουμε όλο το μήνυμα! Ήταν η περίοδος των πολύ ισχνών αγελάδων… Άλλωστε, δεν ήμουνα πια και τόσο μικρή. Τα μάτια μου, όμως, πρέπει να είχαν γίνει τεράστια για αυτό ο παπάς μου ανέλαβε να μας εξηγήσει πως ο Άγιος Βασίλης δεν θα ερχόταν φέτος επειδή δεν ήταν κομμουνιστής! Χρησιμοποιώντας ένα μείγμα της δικής του προσωπικής κομμουνιστικής αντίληψης, της ακελικής φιλοσοφίας της εποχής, του πάθους που τον πλημμύριζε για την απεργία και των νουθεσιών του εκπροσώπου της ΠΕΟ στον απεργιακό αγώνα ο παπάς μου, μου ανέλυσε κατατοπιστικά την θεωρεία του για τον μη κομμουνιστή Άη Βασίλη!

Συνοπτικά, ο Άγιος αυτός είχε παραστρατήσει. Ενώ είχε ξεκινήσει με τρόπο θεμιτό, θέλοντας να μοιράσει δίκαια τα χρυσαφικά των χωρικών, που έδωσαν την περιουσία τους για να σωθεί η πόλη τους από τους εχθρούς (ο παπάς μου δεν θυμόταν και πολλές λεπτομέρειες), έγινε σταδιακά και με το πέρασμα του χρόνου υποχείριος στις βιομηχανίες παιχνιδιών, στους Αμερικάνους και στην Coca Cola (είχαν μόλις αρχίσει οι γνωστές θεαματικές χριστουγεννιάτικες διαφημίσεις). Τώρα πια έπαιρνε δώρα στα πλούσια παιδιά και το έκανε ζήτημα αν δεν είχε το σπίτι καμινάδα. Είχε παχύνει, είχε αφήσει άσπρα γένια, φορούσε γελοία στολή και το μόνο που τον έσωζε ήταν που ήταν κόκκινη. Ο παπάς μου λέγοντας τα αυτά νευρίασε. Χτύπησε θυμωμένα το χέρι του στο τραπέζι! Είπε πως αυτός ο Άη Βασίλης δεν θα περάσει… Ούτε από την γειτονιά, ούτε από το σπίτι μας! Οι άλλοι τρεις τον κοίταξαν με το ίδιο πάθος. Ναι. Δεν θα περάσει! Ο Άη βασίλης δεν είναι κομμουνιστής. Τί να πεις... Ήμασταν μία οικογένεια επιρρεπής στην προπαγάνδα…

Περάσαμε εκείνα τα Χριστούγεννα πραγματικά λιτά. Φτωχικά και μετρημένα. Για την ιστορία θα είχαμε ακόμα ένα μήνα στερήσεων. Η απεργία του παπά τέλειωσε με σχετική επιτυχία στις αρχές του Φλεβάρη. Η πρωτοχρονιά για μένα ήταν η πιο δύσκολη. Την περάσαμε μπροστά από την τηλεόραση παίζοντας μονόπολη (η μάμα δεν άφησε τον παπά να μας πετάξει το καπιταλιστικό παιχνίδι) και εγώ είχα βάλει το γενναίο μου πρόσωπο. Το πρωί, όταν μπήκε από το παράθυρο μου φως, άνοιξα με πραγματική λύπη τα μάτια μου. Αλλά η έκπληξη ήταν εκεί! Και ήταν μία έκπληξη επί τέσσερα. Δίπλα από το μαξιλάρι μου ήταν τυλιγμένη μία μικρή μολυβοθήκη. Κάτω από το κρεβάτι μου μία κασετίνα. Δίπλα από τις παντούφλες μου ένα αυτοκινητάκι και μέσα στο ερμάρι με τα ρούχα μου μία κούκλα. Και τέσσερεις μικρές, διαφορετικές κάρτες. Με τον γραφικό χαρακτήρα του αδελφού, της αδελφής του παπά και της μάμας μου. Γεμάτες δικαιολογίες από ένα Άγιο Βασίλη που δεν είχε πολλά λεφτά φέτος αλλά δεν μπορούσε να μην μου χαρίσει ένα δωράκι. Στο πρόγευμα οι τέσσερις ένοχοι κοίταζαν ο ένας τον άλλο αδιάφορα. Κι εγώ από εκείνη την ημέρα, έπαψα πια να πιστεύω στον Άγιο Βασίλη. Την ίδια στιγμή, άρχισα να πιστεύω πολύ στην οικογένεια."

Έτσι είναι οι απεργείες κύριε Γλαύκο μου...

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Εκαταγράψαν μας!! – Η καταγραφέας ρατσίστρια

Μας τηλεφώνησε κάπως ενοχλημένη να μας πει ότι χτυπά τα κουδούνια κάτω στην πολυκατοικία και δεν την απαντάει κανείς. Της είπαμε πως εμείς λείπουμε και μάλλον λείπουν και οι άλλοι –Χαλλόου! Είναι Δευτέρα 10 το πρωί! Μας είπε πως είναι της απογραφής πληθυσμού και πως πρέπει οπωσδήποτε να έρτει να μας καταγράψει. Της είπαμε έλα το απόγευμα. Και αυτοκαλέστηκε στις 4, μόλις που θα μπαίναμε σπίτι.
Τα δίδυμα, που πλέον είναι σε φάση επικοινωνίας και εχθρικής ωστόσο διάθεσης απέναντι στους ξένους εισβολείς της εστίας μας σταμάτησαν αιφνιδίως τα «νταντα», «μπαμπα», «ντου ντου», «μπρλιαμπφγκ» για να κοιτάξουν με επιφύλαξη την καταγραφέα. Την είδαν, τους είδε. Την αγριοκοίταξαν και τους χαμογέλασε. Στην συνέχεια την αγνόησαν επιδεικτικά. Είχαν δίκαιο προφανώς. Το ένστικτο των αθώων μωρών κλπ. Στις απολογίες μας για το ακατάστατο μας σπίτι μας είπε «σιγά καλά, εσυνηθίσα! Εχτές ήμουν στο σπίτι κάτι Σύριων». Στην συνέχεια μας είπε πόσο βρωμεροί είναι γενικά οι αλλοδαποί. Έπνιξε στον καφέ που της κάναμε τα βάσανα της θλιμμένης απογράφουσας. Είχε πάει σε γειτονιές που κατοικούσαν Τουρκοκύπριοι! Κάποιοι μάλιστα είχαν αγοράσει και σπίτι σε πολυκατοικία! Αυτή πρώτα τρόμαξε. Και μετά λυπήθηκε. Δεν θα ήθελε να ζει εκεί. Ούτε με τους Σύριους. Πολύ βρωμισμένα σπίτι. Σηκωθήκαμε πάνω. Όρθιοι. Απειλητικοί. Μας κοίταξε αχάπαρα και είπε «ώρα μου να φεύγω. Δεν της είπαμε να πάει στο καλό. Ο δρόμος της δεν έχει κάτι καλό. Στην πόρτα την περιποιήθηκε ο μεγάλος μας γιός. «μπρλιαμπφγκ», της είπε. «Μάνα μου τον», σχολίασε. «Με αποχαιρετά. «Μπα», της λέω. «Σου φτύνει».

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Επανεκκίνηση

Πάει καιρός να γράψω εδώ. Δεν έχω χρόνο. Δεν έχω χρόνο να σκεφτώ, πόσο μάλλον να σκεφτώ τις σκέψεις των άλλων, να συντάξω την σκέψη, να την γράψω, να την μεταφέρω. Τα παιδάκια γενικά μας απορροφούν. Απορροφούν τον χρόνο μας, την ενέργεια μας, αλλά και τα άγχη και τις λύπες και τις πίκρες μας. Τα παιδάκια μας. Η Χαρά μας. Που είχα παλέψει τόσο για να την αποκτήσω. Που είχα βάλει την ζωή μου στην παύση. Τα είχα βάλει όλα στο περίμενε. Τώρα που ήρθε αυτή η ευλογία, και πέραν από την κούραση και τις χαρούμενες ευθύνες, είναι ξαφνικά σαν να ξυπνώ και να με ανακαλύπτω ξανά. Είμαι λιγάκι πιο χοντρή, λιγάκι πιο μεγάλη, λιγάκι πιο σοφή και λιγάκι λιγότερο αθώα. Και λιγάκι πιο υποψιασμένη για την ζωή. Δεν περνάς από την υπογονιμότητα χωρίς να χάσεις κομματάκια από τον εαυτό σου. Ξανασυνθέτω λοιπόν το παζλ και ψάχνομαι. Και τώρα πως? Και γιατί? Και πως θα συνεχίσουμε με τα όνειρα? Κι αν έχουν τα όνειρα αλλάξει. Κι αν έχουν αλλάξει έχουνε γίνει τι? Και ποια είναι τελικά τα νέα θέλω? Επειδή δεν τελειώνει η ζωή μου εδώ. Είχα κι έχω άλλα όνειρα εγώ… Κι έχω κι άλλα να αποκτήσω… Απλά πρέπει λιγάκι να με συνηθίσω. Αυτόν τον άλλο εαυτό. Αυτό το οποίο έχω γίνει. Που δεν είναι απαραίτητα κακό. Δεν είναι καθόλου κακό. Απλώς είναι ένα διαφορετικό εγώ. Επιμένω. Λιγότερο αθώο από πριν.

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Για το φίλο μου τον Λεβέντ...

Η φωνή ακούγεται από μακριά. Μου παίρνει λίγη ώρα να αντιληφθώ ότι μου μιλάει ο Λεβέντ. Κι ότι ουσιαστικά βρίσκεται μόνο λίγα λεπτά μακριά από το σπίτι μου. Εγώ Καϊμακλί, αυτός στην Ομορφίτα. «Έχω μια δουλειά, χρειάζομαι αυτό και εκείνο. Μπορείς να με βοηθήσεις, να με πετάξεις με το αυτοκίνητο, να σταθείς δίπλα μου σε αυτή τη στιγμή;».


Φυσικά και μπορώ Λεβέντ. Θα έρθω να σε παραλάβω με το αυτοκίνητο. Θα σε περιμένω στο Λήδρα Πάλας να τελειώσεις από τις διαδικασίες. Θα σε υποδεχτώ στο δρόμο, θα σε φιλήσω, θα σε ρωτήσω για τη μαμά σου και θα πάρω με συγκίνηση το εκμέκ κατεΐφι που πάντα αυτή μου στέλνει. Θα σε μεταφέρω με το αυτοκίνητο να τελειώσεις τις δουλειές σου. Θα σταθώ δίπλα σου, θα σε βοηθήσω. Θα παλέψω για σένα. Αλήθεια. Μετά θα πάμε να πιούμε καφέ. Θα μαλώσουμε ποιος θα πληρώσει το λογαριασμό. Θα καθίσουμε μετά να κουβεντιάσουμε τη ζωή μας. Πώς πάει η δουλειά Λεβέντ, τι γίνεται με την οικογένεια. Πώς πάνε τα σπίτια μας που χτίζονται παράλληλα, τι κάνει η αρραβωνιαστικιά; Τι βιβλία έχεις διαβάσει τελευταία Λεβέντ και αν σου άρεσε το cd με τον Αλκίνοο που σου δάνεισα. Σε παρακαλώ να το προσέχεις επειδή το αγαπώ πολύ.

Η ώρα θα περάσει κι εμείς πρέπει να συνεχίσουμε τη ζωή μας. Θα σε πετάξω ξανά στο Λήδρα Πάλας, θα σε φιλήσω και θα στείλω τα χαιρετίσματά μου στη μαμά σου. Θα σου πω να προσέχεις στο δρόμο, να μην τρέχεις με το αυτοκίνητο, να μου στείλεις email και να κανονίσουμε να ξαναβρεθούμε. Κι εγώ, εδώ, ό,τι θέλεις, το ξέρεις. Κι εσύ εκεί, ό,τι θέλω, το ξέρω. Θα σου κουνήσω το χέρι. Αντίο Λεβέντ. Και θα το σκεφτώ το θέμα όσο σε κοιτάζω να φεύγεις. Πως δεν μιλήσαμε για το Κυπριακό. Για τις εξελίξεις, για τον Ερντογάν και τον Ταλάτ. Για τον Χριστόφια και τον Έρογλου. Για την κατάσταση που δημιουργείται, τις αγωνίες μας για τον τόπο μας. Δεν είπαμε κουβέντα Λεβέντ για τη λύση και τη διχοτόμηση για ετούτο που το λένε πολιτική και είναι μία από τις λέξεις που σε δυσκολεύει. Έχεις αρχίσει να μαθαίνεις ελληνικά Λεβέντ και μία από τις πρώτες λέξεις που γεύτηκες είναι η λέξη Άνοιξη! Δεν είναι τυχαίο Λεβέντ. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Αλήθεια. Να πας στο καλό. Κι εγώ, εδώ, ό,τι θέλεις, το ξέρεις. Κι εσύ εκεί, ό,τι θέλω, το ξέρω. Τίποτα, τίποτα δεν είναι τυχαίο Λεβέντ. Να πας στο καλό.

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Ο Γιαννής ο Ροκάς

Ο Γιαννής ο ροκάς έπιασε με αποφασιστικότητα ακόμα τρία αλμυρά και τα έβαλε μέσα στην ήδη γεμάτη σακούλα. «Το 12εύρω εσφύρησε», μονολόγησε, αλλά χαλάλι. Περίμενε κόσμο στο μαγαζί. Ήτανε σίγουρος πως θα έρχονταν να του ευχηθούν όλα τα γειτονόπουλα οι μαγαζάτορες. Και κυρίως οι γειτονοπούλες σκέφτηκε χασκογελώντας μέσα που τα γένια του. Έκλεινεν αισίως τα 37 αλλά κραθιόταν γερά, είχε ακόμα πέραση η μπογιά του. Ήταν λεπτός, ψηλός, μελαχρινός, γεμάτος μυς και τρίχες. Πάντα φορούσε τζιν και μαύρες φανέλες με στάμπες. Ακριβώς σαν αυτές που πουλούσεν στο μαγαζίν του. Που ήταν εργασία παράλληλη με την κανονική του που ήταν μέλος συγκροτήματος-μουσικός-ποιητής/στιχουργός-συνθέτης-μελλοντικός σούπερ σταρ ροκάς.


Ο Γιαννής βασικά είχε ξεκινήσει να γίνει σούπερ σταρ ροκάς αλλά στην πορεία εκατέλληξε να πουλεί φανέλες με στάμπες, κυρίως μαύρες αλλά και άλλα χρώματα, χαϊμαλιά, σκουλαρίκια με ψεύτικες πέτρες μακριά, παγιδευτές ονείρων και αφίσες. Τέλος πάντων, είχε ξεκινήσει γεμάτος όνειρα από το Καϊμακλί να κατακτήσει καταρχήν το Λύκειο Παλλουριώτησας (15 γκόμενες σε τρία χρόνια συν μια πεταχτούλα καθηγήτρια οικοκυρικών), να ταράξει την δισκογραφία και να γίνει ο νέος μεσσίας της ροκ αλλά στην πορεία κάπου στράβωσε το πράμα και η μεγάλη άνοδος επιβραδύνθηκε. Ο Γιαννής στα 15 του περίμενε πως στα 37 του θα ήταν σίγουρα φτασμένος καλλιτέχνης, θα είχε κάμει τουλάχιστον 12 CDs (υπολόγιζε ένα κάθε περίπου δύο χρόνια να μην κουράζει το κοινό του), θα ήταν πλούσιος και θα είχε ήδη αποσυρθεί στον Παράδεισο στον Πωμό (αυτό τουλάχιστον το είχε υπολογίσει αφού ο Σωκράτης ο ιδιοκτήτης το είχε βγάλει από πέρσι για πούλημα)… Αλλά αντί αυτού τα χρόνια πέρασαν και πάλευε ακόμα να καθιερωθεί. Και από τα δύο CDs τον χρόνο είχε βγάλει ως τώρα μόνο δύο συνολικά! Αλλά ας όψονται οι συνθήκες, η καταραμένη δισκογραφία, οι καπιταλιστικές εταιρείες, η Κύπρος και ο κόσμος που δεν μπορούσε να καταλάβει.



Φυσικά σε όλα αυτά τα χρόνια ο Γιαννής ο Ροκάς και το συγκρότημα του (John and the Rockies) είχαν καταφέρει να ταράξουν λίγο τα πράματα. Είχαν φιλοξενηθεί 3-4 φορές σε μουσικές εκπομπές του ΡΙΚ, είχαν συμμετάσχει σε ένα αφιέρωμα του ΑΝΤ1 για τα Κυπριακά ροκ συγκροτήματα και είχαν επίσης ηγηθεί όλων σχεδόν των ροκ φεστιβάλ που είχαν γίνει στην Κύπρο τα τελευταία 15 χρόνια. Και σε όλα αυτά είχαν και την στιγμή της απόλυτης δόξας τους: Το άνοιγμα της συναυλίας του συγκροτήματος Τρίχες το 1995 όπου ο ίδιος ο Αγγέλαφας είχε σφίξει το χέρι του Γιαννή, του είπε πως είναι «σπουδαίος!» και πως θα μιλούσε για αυτόν και το συγκρότημα του στην δική του την εταιρεία. Ναι σιγά… ο Γιαννής ακόμα περιμένει να του τηλεφωνήσει η εταιρεία. Από τότε είχαν βγάλει ακόμα ένα CD και περίμενε με αγωνία να κυκλοφορήσει μέσα στις επόμενες μέρες και το τρίτο.

Για την ώρα ωστόσο, ζούσε και τον ζούσε το μαγαζί. Πουλούσε την πραμάτεια του στους φίλους τους, σε αμετανόητους ροκάδες που κούλιαζαν στο μαγαζί του με τις ώρες, σε τουρίστες που έβρισκαν το μαγαζί του γραφικό αλλά κυρίως και σε νεαρούς που ήθελαν να γίνουν ροκάδες σαν αυτόν και για τους οποίους ο Γιαννής ήταν ένας ζωντανός μύθος. Τον θαύμαζαν, τον αγαπούσαν, αγόραζαν άσχετα πράματα από το μαγαζί για να τον βλέπουν και να είναι σαν αυτόν. Κι αυτός τους αγαπούσε, τους κερνούσε φραπεδάκια απλόχερα και τους έδινε συμβουλές για το ροκ.

Ήταν κυρίως ένας μιτσής που τον αγαπούσε πολύ. Ο Σαββής. Που του θύμιζε πολύ τον εαυτό του στα 15 του. Έμοιαζαν λίγο κιόλας. Και στην φάτσα και στον χαρακτήρα. Είχε κι αυτός συγκρότημα και τραγουδούσε στα διάφορα φεστιβάλ. Εκεί τον είχε γνωρίσει ο Γιαννής και έγινε κάτι σαν μέντορας του. Έρχονταν να του δανείσει ο Γιαννής CDs, να του δώσει συμβουλές για το συγκρότημα, να πει τις περιπέτειες του με τις γυναίκες. Επειδή και για γκομενικά τον εσυμβούλευε ο Γιαννής τον Σαββή. Αλλά και για το σχολείο, για τους γονιούς του. Μέντορας καλός, σωστός. Να τον βλέπει σαν τον γιο που ποτέ θα είχε. Σιγά δηλαδή. Όχι πως είχε ανάγκη μωρά και κουτσούβελα. «Παρά τις πιέσεις που τις εκάστοτε γκόμενες», σκέφτηκε και προχώρησε προς το ταμείο. Με την ελπίδα να δει εκείνη την γλυκιά την Ρουμανούδα την Άνγκα η οποία κάθε φορά του έκανε τα γλυκά μάτια και του έβαλε κιόλας κρυφά στην τσέντα κανένα κομμάτι κέικ αγγίζοντας ελαφριά και το χέριν του.

Προχωρώντας στο ταμείο ο Γιαννής εστράβωσεν αρκετά διότι στο ταμείο ήταν ο Γιώργης, παλιός του συμμαθητής και ιδιοκτήτης προφανώς της αλυσίδας των φούρνων-μάλλον γιός του ιδιοκτήτη, καταραμένο σύστημα!- εσκέφτηκεν ο Γιαννής και τον εκοίταζε ήδη στραβά. Ο Γιώργης τον είδε και προσπάθησε να του χαμογελάσει, αλλά βλέποντας τον Γιαννή να τον θωρεί με αγριάδα μαζεύτηκε και ετοιμάστηκε να εξαπολύσει το κεντρί του. Πριν προλάβει ο Γιαννής να του μιλήσει, ή μάλλον επιδεικτικά να τον αγνοήσει όπως ήταν το σχέδιο, έβγαλε μάνι μάνι μια μάτσα φυλλάδια και άρχισε να τα μοιράζει. «Ρε Γιαννή. Έλα να δεις! Είναι διαφημιστικά εκείνου του συγκροτήματος του μιτσή του Σαββή! Προφανώς υπογράψαν συμβόλαιο με τιν Χόνη! Ξέρεις! Εκείνη την εταιρεία που έφκαλεν τους δίσκους του Αγγέλαφα».

«Λαλείς να μεν το ξέρω?», εμούγκρισεν ο Γιαννής. «Άτε χτύπα τα αλμυρά. Βιάζουμε!».

Ο Γιαννής. Την ημέρα των γενεθλίων. Επλήρωσεν (15 ευρό, ανάθεμαν τους φούρνους τους) και ξεκίνησε για το μαγαζί. Ευτυχώς τα γένια εχώναν την χλομάδα του. Εκόντεψε στο μαγαζίν και είδε στην ουρά να τον περιμένει κόσμος. Οι κοπέλες που δίπλα. Ο ένας μικρός χαρούμενος Σαββής. Να λάμπει. Ο Γιαννής έβαλε τον καλό του χαμόγελο και τους άνοιξε την πόρτα. Αγκάλιασε πατρικά τον Σαββή. Ο Γιαννής. Πρώην μέλος συγκροτήματος-μουσικός-ποιητής/στιχουργός-συνθέτης-μελλοντικός σούπερ σταρ ροκάς. Νυν καταστηματάρχης. Να πουλά φανέλες. Μαύρες. Με στάμπες.

Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

Κολοκυθάκια...

Πότε τα καταφέραμε να πετύχουμε την εγκυμοσύνη, πότε γεννήσαμε, πότε επιτρέψαμε κακήν κακώς στην δουλειά και πότε τα παιδάκια μας έγιναν σχεδόν έξι μηνών, δεν το έχω καταλάβει. Κάτι μου λένε φυσικά οι φούστες που ακόμα δεν κουμπώνουν στην μέση, τα πρησμένα μάτια και οι μέρες που κυκλοφορώ στην δουλειά σαν ζόμπι, με το βλέμμα «πείτε μου εσείς! Θα καταλάβω!» και τον νου μου στα μωρά. Τα παιδάκια μου που ζουν κοσμοϊστορικές στιγμές για το μικρό τους σύμπαν. Προχτές φάγαμε για πρώτη φορά κολοκυθάκι πουρέ και ήταν απίστευτη η άδολη, απίστευτη χαρά που νοιώθαμε για αυτή τους την εμπειρία! Τα παιδάκια μου που με κοιτάζουν με σοφία. Μου χαμογελούν, με αγκαλιάζουν, μου κλαίνε, μου κάνουν παράπονα και με κοιτάζουν με αγάπη και εμπιστοσύνη. Τα μωρά μου… τα κολοκυθάκια μου...


Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

Τι να πάρω μαζί μου στον πόλεμο?

Τηλεφώνησα από το πρωί στην μάνα μου. Μιλήσαμε λιγάκι και τα συμφωνήσαμε. Αν είναι να γίνει πόλεμος θα στείλει τον παπά να αγοράσει χαλούμια. Και πόλιπιφ. Και γάλατα των μωρών. Τώρα που πήγα δουλειά δεν προφταίνω να θηλάζω δυο μωρά! Δίνουμε και ξένο. Αν γίνει πόλεμος τι θα τρώνε τα δίδυμα? Θα πέσει και η θερμοκρασία την άλλη βδομάδα είπανε. Ευτυχώς, διότι δεν υπάρχουν και πολλά δέντρα να τρέχουμε να καλυφτούμε πλέον. Παπούτσια. Όλα μου τα καλοκαιρινά παπούτσια είναι πλατφόρμες, δεκάποντες κιόλας. Πως θα τρέχω στους αγρούς αν είναι να γίνει πόλεμος? Τι άλλο να πάρουμε? Και πανάκια. Πανάκια για τα δίδυμα. Να θυμηθώ να πω του άντρα μου να περάσει που το Λίτλ να πιάσει καμιά δεκαριά από εκείνα τα φτηνά. Ο άντρας μου φωνάζει διαμαρτύρεται. Λέει πως δεν θα γίνει πόλεμος. Επίσης τα δίδυμα μεγαλώνουν αστραπιαία. Αν πιάσουν 10 κουτιά τελικά θα μας μείνουν. Να πιάσουμε πιο λίγα.

Η μάνα μου λέει να ησυχάσουμε. Να δώσουμε λιγάκι πετρέλαιο και στους Τούρκους να ηρεμίσουν. Να μην γίνει πόλεμος. Αλλά και να γίνει σιγά το πράμα. στον προηγούμενο επιβιώσαμε. Ο παπάς όμως καλού κακού πήγε να πιάσει τα πόλιπιφ. Και τα χαλούμια. Δεν ξέρεις καμιά φορά. Μπορεί και να πλακώσουν πάλι συγγενείς για πολεμική βεγγέρα.



Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

Εκόλλησα καπιταλισμόν!



Θέλω εξοχικό. Στον Πρωταρά! Άμεσα. Τωρά. Γρήγορα.

Θέλω μεγάλο σπίτι. Με κήπους. Με γρασίδια. Με δέντρα.

Πισίνα. Στο μεγάλο το σπίτι. Με τα δέντρα.

Θέλω αυτοκίνητο. Καινούργιο. Που να μπορώ να μιλώ με μπουτούθ.

Θέλω νταντά. Να μας βοηθά με τα μωρά. Να μπορώ να κοιμούμαι το απόγευμα. Να τους παίζει.

Θέλω να πάω ένα ταξίδι. Με τα μωρά, τον άντρα μου. Και την νταντά. Δεκαπέντε μέρες σε υπερπολυτελές ρεσόρτ! Η νταντά να κρατά τα μωρά να μπω επιτέλους φέτος στην θάλασσα.



Τσίζους! Επικαλούμαι ακόμα και τα Θεία!

ΕΚΟΛΛΗΣΑ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΝ!!

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

Αποχωρισμός…




Κοιτάζω την οθόνη του υπολογιστή με βλέμμα θα ήθελα κενό. Κοιτάζω το γραφείο μου. Κοιτάζω τον αγαπημένο γκρινιάρη συνάδελφο με τον οποίο μοιράζομαι το γραφείο τα τελευταία πέντε χρόνια. Κοιτάζω την δουλειά που μαζεύεται, κοιτάζω έξω από το παράθυρο την θέα που βλέπω τόσα χρόνια και μένει αναλλοίωτη. Το μόνο που σκέφτομαι είναι τα παιδάκια μου. Είναι καλά τώρα? Τους λείπω? Έχουν καταλάβει πως είμαι τα πρωινά μακριά τους? Θα έχει επιπτώσεις αυτή η απουσία μου στην σχέση μας, στην ανάπτυξη τους, στον τρόπο που θέλω να μεγαλώσουν? Θα έπρεπε να βρίσκομαι αυτή την στιγμή εκεί?


Νοιώθω πολύ δύσκολα που αναγκάστηκα βίαια νοιώθω να βγω έξω από το σπίτι και μακριά από τα μωράκια που με έχουν αυτή τη στιγμή τόση πολύ ανάγκη, για να δουλέψω. Νοιώθω πως ζω έναν δεύτερο αποχωρισμό, όπως τότε που τα είχα γεννήσει. Είναι οι δύσκολες οι επιλογές που καλείσαι να πάρεις, ειδικότερα αν δεν έχεις άλλες επιλογές. Ευλογημένο Κυπριακό κράτος που τηρείς το ελάχιστό από τις δεσμεύσεις σου απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που διαθέτεις τον ελάχιστό δυνατό χρόνο για παραμονή της μητέρας με το παιδί της, ειδικότερα στους πρώτους κρίσιμους μήνες της ζωής του, που δεν διαθέτεις την υποδομή τουλάχιστον φροντίδας βρεφών, βρεφοκομεία, νοσοκομεία για την φροντίδα των μωρών αφού η μητέρα αναγκάζεται να βγει στον κόσμο να δουλέψεις. Σκληρό και απάνθρωπο απέναντι στα βρέφη πρωτίστως και στις μητέρες γενικά. Τι καλά που η υπουργός εργασίας είναι και γυναίκα –ακούς κυρία Σωτηρούλα μου?? Ευτυχώς εγώ συγκαταλέγομαι ανάμεσα στους τυχερούς που έχουν μια δυνατή μάνα στο πλευρό τους που ανάλαβε τα παιδάκια τα πρωινά μαζί με τον πατέρα μου, εργάζομαι ως το μεσημέρι και δεν δουλεύω τα απογεύματα και βράδια. Σίγουρα υπάρχουν και χειρότερα…

Αλλά τον βιώνω δύσκολα αυτόν τον αποχωρισμό. Μερικές φορές ο πόνος είναι σχεδόν σωματικός. Δεν περίμενα πως θα ένιωθα τόσο… κομμένη στα … τρία… Μου λείπουμε πολύ τα παιδάκια…

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2011

Μπουρμπουλήθρες αγάπης…

Δεν το πιστεύω πως πάνε τρεις μήνες να γράψω στο μπλογκ! Δεν το πιστεύω πως έχω καν ώρα να γράψω στο μπλογκ! Αγαπητοί μου φίλοι, ο λόγος είναι προφανής! Πήγα πίσω δουλειά… Εξ αυτού και ο χρόνος να ασχοληθώ με κάτι άλλο πέραν των ζουζουνιών. Ξέρω, ξέρω… θα έπρεπε να ασχοληθώ περισσότερο με την δουλειά μου παρά με το δικτυακό μου ημερολόγιο! Αλλά είναι μόλις τρεις μέρες που βγήκα από το κουκούλι της απομόνωση που είχα κλιστεί ακριβώς πριν ένα χρόνο, αφού πέρασα ολόκληρη την εγκυμοσύνη στο σπίτι, μεγάλο μέρος της στο υπνοδωμάτιο, ξαπλωμένη στο κρεβάτι να διαβάζω βιβλία, να βλέπω το ταβάνι και να φιλοσοφώ… και μετά 18 ολόκληρες βδομάδες μαζί με τα διδυμάκια… να τα βλέπω και να μην μπορώ να πιστέψω στο θαύμα… ένας ολόκληρος χρόνος να είμαι εκτός… και τώρα νοιώθω απολύτως χαμένη… Με την δουλειά… με τον κόσμο… με το σύμπαν ολόκληρο… θα ήθελα να βρω λίγο χρόνο να γράψω πιο αναλυτικά για όλα αυτά… αλλά ξαφνικά τίποτε δεν μου φαίνεται τόσο σημαντικό όσο τα ζουζουνάκια… και η αγάπη τους… είναι απερίγραπτο το αίσθημα της αγάπης όταν κρατώ στην αγκαλιά μου τα παιδάκια… είναι απίστευτη η αγάπη που αναβλύζει… μερικές φορές νοιώθω πως η λατρεία μου για αυτά ξεχειλίζει, υλοποιείται, βγάζει μπουρμπουλήθρες γεμάτες αγάπη που σκάζουν στον ουρανό…



Όπως και να έχει… καλά να είμαστε να τα χαιρόμαστε… και τα παιδάκια μας και όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο… Ξύπνησα κιόλας σε ένα χειρότερο νοιώθω τόπο… back to reality, σε μια πραγματικότητα τουλάχιστον σκληρή… πολλά φιλιά σε όλους και καλή μας συνέχειας… σας στέλλω την αγάπη μου… ξεχειλίζει…

testing...

testing...

Παρασκευή, 29 Απριλίου 2011

Πατούσιτσες και χεράκια ...

Εγεννήσαμε! Φιου! Συστήνουμε την επισκληρίδιο! Συστήνουμε τον μητρικό θηλασμό ακόμα και για δίδυμα ( αν και κοντεύω να ρέψω από την εξάντληση). Συστήνουμε να παντρευτείτε άντρα υπέυθυνο, πρόσκοπο που κάνει για τα μώρα σχεδόν περισσότερα και από εσάς! ΄Συστήνουμε να μην επισκεπτεστε τους νέους γονείς στην κλινική -απίστευτα κουραστική εμπειρία όταν βρω χρόνο θα κάνω σχετικό ποστ. Συστήνουμε να κόψετε ύπνους πριν κάμετε ποτέ σας μωρό.

Φιλιά σε όλους σας!!

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

Βόλτες…

Κατεβαίνουμε με το αυτοκίνητο κάτω στην πόλη… δεν μας επιτρέπεται να βγούμε εκτός πλέον… είμαστε στην αναμονή… δεν μας πειράζει καθόλου… είμαστε παιδιά αυτής της πόλης… μεγαλώσαμε δίπλα στα συρματοπλέγματα… μεγαλώσαμε δίπλα στην πράσινη γραμμή… η λευκωσία είναι μια πόλη ωραία…. Έχει ιστορία έχει άποψη… έχει ηλικία αλλά αντιστέκεται… είναι η ίδια με τα παιδικά μας χρόνια αλλά κιόλας έχει αλλάξει… η τάφρος είναι γεμάτη αλλοδαπούς που πολεμούν με γέλια και αισιοδοξία να χορτάσουν την φτώχεια τους… η παλιά πόλη έχει ερημώσει… τα παραπάνω σπίτια ερειπωμένα και ετοιμόρροπα, αλλά φιλοξενούν τους κακοπληρωμένους ενοίκους… ζωή και παρακμή στην ίδια σελίδα… φτώχεια και ελπίδα εκεί που πριν 60-70 χρόνια ήταν οι παππούδες μας, βιοπαλαιστές και ετοιμοπόλεμοι για την Ζωή… τι θα λέγατε καημένοι για τα αγγόνια σας? Ερημιά κυπριακή… Δεν βλέπω κανένα περήφανο κυπραίο να παίρνει τα μωρά του για βόλτα κοντά στα «μαυρούθκια» και τις φιλιππινέζες και τις σριλανκέζες… η εγκατάλειψη ενός τόπου αρχίζει πρώτα από την καρδιά… την δική του και την δική μας…
το «πάρκο με τα πουλούθκια», δίπλα στον πάλαι ποτέ ΘΟΚ, αγαπημένος προορισμός για τα κυριακάτικα απογεύματα των παιδικών μου χρόνων, σφύζει από ζωή ενός άλλου πολιτισμού… πόσο πιο εύκολη η ζωή όταν ήμασταν μωρά… η μακαρίου η είσοδος σε ένα άλλο κόσμο… αναρωτιέμαι που ανήκουμε τελικά… κουράστηκα… θέλω να πάω σπίτι μου… έμεινα κλεισμένη πολύ καιρό σπίτι… άρχισα να μην αντέχω τον κόσμο… Πώς το λέει εκείνο το ποίημα? Εκείνο το τραγούδι? Μες το κλειστό δωμάτιο υπάρχουν όλα…Υπάρχεις Εσυ…

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Η έκθεση για την 25η Μαρτίου που έγραψε ο Μαρίνος Κλεάνθους όταν ήταν 14 χρονών


Το ξέρω πως αυτό που κάνω είναι λιγάκι άκομψο, και θέλω να τονίσω πως δεν τα συνηθίζω αυτά, αλλά ειλικρινά δεν ξέρω τι είμαι παραπάνω: Έκπληκτη για τον πολιτικό λόγο του «νεαρού υποψηφίου», σοκαρισμένη για το επίπεδο των νέων ανθρώπων που θέλουν να μπουν στην Βουλή, μπερδεμένη αναφορικά με την δεκαετία στην οποία ζούμε? Με βαριά καρδιά σε παραπέμπω στο μπλογκ του υποψήφίου Βουλευτή του ΔΗΚΟ Μαρίνου Κλεάνθους, (κι αυτό διότι θα του αυξήσουμε την αναγνωσιμότητα) και τα σχόλια δικά σας…

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Το δεντρόν του Παππού


«Κόρη μητσιά έλα ποδά. Θέλω να μου γράψεις μια σύσταση!». Ακόμα θυμούμαι τα λόγια του παππού μου του Νικόλα. Τα τελευταία χρόνια πριν πεθάνει είχα γίνει κάτι σαν την προσωπική του γραμματέα. Ήθελε να τακτοποιήσει τις δουλειές του, τις εκκρεμότητες του, ήθελε να επιβάλει δικαιοσύνη σε όσους τον αδίκησαν στην ζωή του, ήθελε βοήθεια να γράψει επειδή είχε καταρράκτη κι εγώ λάτρευα τα μπισκότα βουτύρου που είχε πάντα σε ένα μεγάλο τενεκεδένιο κουτί πάνω από την αρμαρόλα και που το κατέβαζε με προσοχή να με κεράσει μόλις τέλειωνα τις δουλειές του.


Εκείνη την ημέρα θυμάμαι ήταν ιδιαίτερα σοβαρός και θυμωμένος επειδή είχε λάβει μια επιστολή από την αδελφή του, την γιαγιά την Γιαλούρα (στην πραγματικότητα Νεοφύτα, αλλά επειδή είχε κάτι απίθανα γαλανά μάτια που και στα 70 της έκαιγαν καρδιές, της φώναζαν όλοι Γιαλούρα), που του έλεγε πως είχε πωληθεί το χωράφι του μακαρίτη του αδελφού τους του Αντρέα που μέσα σε αυτό βρισκόταν ένα κομμάτι της περιουσίας του παππού μου! Το πούλησε ο γιός του ο μιτσής. «Και τι περιουσία είχες εσύ στο χωράφι το ξένο παππού?». Φωνές και φασαρία, δεν θα έτρωγα μπισκότο! Δεν ήξερα? Στο χωράφι βρισκόταν η ελιά του παππού! Η ελιά που του είχε δώσει ο πατέρας του όταν ήταν μιτσής. Η ελιά του. Το δεντρόν του! Το μερτικόν του από την πατρική περιουσία!


Προφανώς στα παλιά εκείνα χρόνια, στα μικρά και φτωχικά χωριουδάκι της Πάφου, που η οικογενειακή περιουσία ήταν μικρή και έπρεπε να μοιραστεί ακριβοδίκαια (?) ανάμεσα στα παιδιά, οι γονείς έδιναν αλλού το χωράφι κι αλλού τα δέντρα. Ήταν φαινόμενο συνηθισμένο και πολύ σεβαστό! Σύμφωνα με τον παππού μου, για το τάξιμο των δεντρών του χωραφιού, γινόταν κάτι σαν μικρή τελετή. Στην περίπτωση του, προφανώς ενδεικτική, ο μακαρίτης ο πατέρας του είχε σταθεί μαζί με τον παππού μου που ήταν ακόμα αμούστακο παιδί στον παραστατό της πόρτας, την ώρα που έδυνε ο ήλιος και είχαν ως μάρτυρες την μακαρίτισσα την γειτόνισσα την Λωξανδρού και τον θείο του τον Γιάγκο. «Ο πατέρας μας, έδειξεν μας το χωράφι, έδειξεν μας την ελιά και έταξεν μου που την πόρταν το δεντρόν. Είπεν μου εν να ένει μια ζωή δικό μου, τζαι των παιθκιών μου. Τζαι των παιθκιών των παιθκιών μου! Να τρώμεν ελιές, να κάμνουμεν λάδι. Να κρούζουμεν τα ξύλα της να βράζουμεν». Το δε χωράφι θα το έπαιρνε ο αδελφός του ο Αντρέας. «Παππού! Αδικία. Έπιασεν το χωράφι τζαι έμεινεν σου το δεντρόν! Σιγά!». Ο παππούς μου είπε να βρίξω επειδή δεν ήταν σε καμία περίπτωση αδικία. Το χωράφι ήταν στην πλαγιά του βουνού, πολύ κοντά στην παραλία, με θέα την θάλασσα. Καμία χρήση δεν είχε. Δύσκολα ήταν να καλλιεργηθεί. Ενώ η ελιά ήταν εκεί έτοιμη να κάμει καρπό. Κατένευσα. Ο παππούς μου εξήγησε πως τόσα χρονιά οι ελιές και κάμποσο από το λάδι μας ήταν από την ελιά. Την πατρική ελιά. Ήταν θεόρατο δέντρο και άξιζε μια περιουσία.


Επείστηκα και πιάσαμε να γράφουμε το γράμμα. Το απευθύναμε στον άτιμο αδελφότεκνο, τον γιο του αδελφού τού, του Αντρέα. Ο παππούς τον περνούσε από γενεές δεκατέσσερις, τον έλεγε μπαγαπόντη και ασεβή και πως έπρεπε να ειδοποιήσει τον νέο ιδιοκτήτη πως το δεντρόν ήταν δικό του. Τα επιχειρήματα του παππού ήταν ακλόνητα. Η μαρτυρία της Λωξανδρούς που ήταν τότε ακόμα ζωντανή, το μαγικό της υπόθεσης που τάχτηκε η ελιά την ώρα που έδυνε ο ήλιος! «Θα πάω σε δικηγόρο. Θα έβρω το δίκαιον μου», έλεγα λάβρος ο παππούς κι εγώ σημείωνα μανιωδώς. Σαν τελειώσαμε την επιστολή την πήραμε μαζί περίπατο στο ταχυδρομείο. Ο παππούς ήταν κοτσανάτος και καλοστεκούμενος. Έκαμνε εντύπωση όπου πηγαίναμε. Εγώ τον κρατούσα αλαμπρατσέτα και σκεφτόμουν τα χειρότερα. Τι θα έκανε η μάνα μου, η θεία η Λαζαρού, και τα άλλα παιδιά του παππού σαν μάθαιναν για το γράμμα? Δεν ήθελα ούτε να το σκεφτώ! Ήμουν συνένοχος επειδή όλα θα καταλάβαιναν πως εγώ έγραψα το γράμμα. Η λάβρα του παππού όμως με είχε και μένα συνεπάρει. Διαισθανόμουν την αδικία. Άλλωστε ήμουν παιδί του παιδιού του και έριζα κι εγώ από την ελιά.

Η λαίλαπα δεν άργησε να ξεσπάσει αφού μόλις πήρε το γράμμα, ο πωλητής του χωραφιού πήρε τηλέφωνο τους θείους μου να κάμει τα παράπονα. Έγινε οικογενειακό συμβούλιο και όλοι πήγαν να βάλουν τις φωνές στον παππού! Έφαγα κι εγώ 2-3 ξυλιές στον πισινό από την μάνα μου. Αλλά τον παππού τίποτε δεν τον πτόησε. Ούτε τα «ρεζιλίκια», που του φώναζαν. Ούτε πως τα ταξίματα και η δύση του ήλιου ήταν πράματα ξεπερασμένα. Ο παππούς μου ήταν πεπεισμένος για το δίκαιο του και δεν καταλάβαινε θεό. Όταν είδαν και απόειδαν και κατάλαβαν πως τίποτε δεν θα γινόταν, οι θείοι μου ανάλαβαν να απολογηθούν στον εξάδελφο και είπαν του παππού πως «κανεί! Το δεντρόν να το ξεχάσεις!»…

Τις επόμενες μέρες ο παππούς ήταν παράξενα ήσυχος και καθόταν στην αυλή κάτω από την λεμονιά και σκέφτονταν διάφορα. Κάποτε εδέησε να με φωνάξει και αφού με ρώτησε αν με πείραζε να φάω κι άλλο ξύλο από την μάνα μου «Ούφου παππού!», με αντάλλαγμα 5 μπισκότα «Ούφου, Καλά!», έπρεπε να τον βοηθήσω να βάλει το σχέδιο του σε εφαρμογή. Μου ζήτησε να του έβρω τα δρομολόγια του ταξί για την Λεμεσό και από εκεί στην Πάφο και μετά να τηλεφωνήσω στον άντρα της γειτόνισσας της Λωξανδρούς να έρτει να τον πιάσει που το Κτήμα να τον πάρει στο χωριό! «Τι θα κάμεις πάλε παππού?». «Το δίκαιον! Θα πάω να φέρω την ελιά».

Δεν ξέρω τι με εκράτησε και δεν πήγα να τα ξεφουρνίσω όλα της μάνας μου. Έκαμα ότι μου ζήτησε και έφαγα 5 μπισκότα και 3 πάτσους. Ο παππούς δυο μέρες μετά, τα χαράματα εξαφανίστηκε και η σιωπή μου του εξασφάλισε τον χρόνο που εχρειάζετον για να πάει να κάμει τη δουλειά του. Σύμφωνα με τον έξαλλο αδελφότεκνο, εμφανίστηκε ξαφνικά στο χωρκό και μαζί με 3-4 άλλους γέρους έπιασαν τις τσάπες και τους σβανάες και έκαμαν κομμάθκια το δεντρό! Μετά ο παππούς μοίρασε τα ξύλα στους φίλους του, έπιασε κι αυτός ένα κομμάτι και ξεκίνησε να έρτει πίσω στην Λευκωσία. Στις φωνές του αδελφότεκνου έγινε λάβρος και αψύς και του είπε «αν έχει κότσια να τον βάλει φυλακή». «Άτιμε, ξυμαρισμένε! Παλιόπαιδο! Εσε χάρη που εν ζει η γαινέκα μου να σου βάλει κατάρα!», του είπε ο παππούς, που πάντα το είχε παράπονο που η δική του καταραστική ικανότητα ήταν τόσο ελλιπής μπροστά στην μάγισσα την γιαγιά μου! Με τα πολλά ο παππούς ήρτε πίσω στην Λευκωσία. Αγριοκοίταξε τον ταξιτζή που του τον άφησε να πάρει μαζί του στο αυτοκίνητο το ξύλο. Και το είχε μαζί του στο σπιτάκι του μέχρι που πέθανε. Οι θείοι μου δεν τόλμησαν να του που κουβέντα. Κι εγώ δικαιώθηκα πανηγυρικά. Έφαγα πολλά μπισκότα θυμάμαι εκείνη την χρονιά και έγινα η πιο αγαπημένη από τις αγαπημένες του παππού…

Το ξύλο της ελιάς το έχω πλέον εγώ στο σπίτι μου, δικαιωματικά. Μου το έδωσε ο παππούς μου πριν πεθάνει. Είναι φυλαγμένο σε ένα κουτί στο δωμάτιο που έχει τα πάντα. Τις αναμνήσεις μου, την αγάπη για τον ατρόμητο παππού, το τενεκεδένιο κουτί με τα βουτυρένια μπισκότα…
Ο αδελφότεκνος έγινε ντιβέλοπερ στην Αργάκα…



Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2011

Τρεις πραγματικές ιστορίες

Ακόμα κι όταν πήγαινε σχολείο, ακόμη κι όταν έκανε ντους μετά την προπόνηση, ακόμα κι όταν βρισκόταν στην θάλασσα, μέσα στα καλοκαίρια και στην ζέστη, ο Αχιλλέας έπρεπε να προσέχει την αριστερή του φτέρνα. Ήταν οι οδηγίες και ο τρόμος της μάνας του σαν ήταν μικρός. Μέσα στα παπούτσια του είχε πάνω ενισχυμένη φτερνική σόλα και κάθε βράδυ είχε μάθει από την μάνα το να τρίβει την φτέρνα μαλακά και να την αλείφει με μια μαγική αλοιφή. Η φτέρνα του ήταν το μαλακό του σημείο και δεν μπορούσε να αφήσει κανένα να την αγγίξει. Ακόμα κι όταν μεγάλωσε, ακόμα και όταν έκανε έρωτα με τις γυναίκες που αγαπούσε, ο Αχιλλέας δεν άφηνε κανένα και τίποτε να αγγίξει την φτέρνα του. ΦΟΒΟΤΑΝΕ. Ενίοτε, κάθε τέλος καλοκαιριού, έπαιρνε κάτι περίεργες κάρτες από ένα τύπο που τον έλεγαν ΕΚΤΟΡΑ που τον έλεγε δειλό και του φώναζε «να κοπιάσεις». «Σε περιμένω θρασύδειλε, γιέ της θεάς, ημιαθάνατε. Έλα να με σκοτώσεις! Δεν μπορώ να πεθάνω χωρίς εσένα». Αλλά ο Αχιλλέας ποτές του δεν πήρε στα σοβαρά αυτές τις εντολές. Ήθελε να είναι ημίθεος. «Και κάποιος να μην μπορεί να ζήσει χωρίς εμένα»… Και κάποτε οι κάρτες σταμάτησαν να φτάνουν. Και κάποτε ο Αχιλλέας γέρασε. Και κάποτε αποφάσισε να μάθει ποιος ήταν ο Έκτορας. «Είναι πολύ αργά πια για μας», έγραφε η τελευταία του κάρτα. Βρισκόταν κι αυτός διακοπές με την Ανδρομάχη στην θάλασσα και δεν ήθελε πια τόσο πολύ να πεθάνει…


Ο Κωστής είχε πάρει μήνυμα τις πρώτες ώρες της αυγής κατά πως το έπαιρνε πάντα στα μουλωχτά μέσα στο μυαλό του, να πάει να τους συναντήσει επειδή αύριο θα ήταν η τελευταία μέρα. Η τελευταία φορά. Ο Μέγας Αρκάνθρωπος, αυτός που συνήθως του έδινε τα γλειφιτζούρια από θάλασσα του είπε να νηστέψει και να ετοιμαστεί, γιατί αυτή ήταν η φορά που θυμόταν για πάντα. Η μοναδική. Ο Κωστής ενήστεψε, επροσευχήθηκε και ετοίμασε σθεναρά τον εαυτό του να πει το μεγάλο αντίο. Στις 4 το πρωί σηκώθηκε μυστικά και πήρε τον μεγάλο δρόμο να κατηφορίσει να φτάσει στην θάλασσα. Κανένας δεν τον είδε, κανένας δεν τον πρόσεξε. Ίσως να τον προστάτευαν οι θεοί. Ίσως να τον προστάτευε η θάλασσα. Κατέβαινε και κατέβαινε να φτάσει στο γυαλό να τους δει όλους εκεί μαζωμένους, όπως τους είχε δει την πρώτη φορά, να λιάζονται τα λέπια και τα γένια τους στον ήλιο. Τον είδε ο Μέγας ο Αρκάνθρωπος και του έγνεψε να πλησιάσει. Έβαλε τα χέρια του στο κεφάλι του και τον ευλόγησε. «Θα φυγομεν», του είπε μόνο. «Ήρτεν η ώρα μας». Ο Κωστής έτρεμε. Εδώ και τρία χρόνια που τους έβλεπε πάντα έτρεμε. Τους φοβόταν και τους αγαπούσε. Φοβόταν που ζούσαν στην θάλασσα. Φοβόταν που τον είχαν διαλέξει. Φοβόταν που κρατούσε μυστικά. Φοβόταν που τους είχε διαλέξει. «Είναι που ήσουν στην μυστική ηλικία. Είχες τις μνήμες της μήτρας. Που μπορούσες να καταλάβεις. Αλλά τώρα όλα έχουν τελειώσει. Δεν θα ξανάρθουμε για σένα ποτέ. Μόνο αυτή την μνήμη θα κουβαλάς. Αχνά. Τα υπόλοιπα σιγά σιγά θα τα καταλάβεις». Ο Κωστής κατένευσε. Και οι Αρκάνθρωποι μπήκαν αχνά στην θάλασσα. Μια λιτανεία. Ο Κωστής έσκυψε αργά στην άμμο και την προσκύνησε. Την Θάλασσα. Θα πήγαινε σιγά σιγά στην μάνα του. Να την γυρέψει. Σήμερα ήταν τα γενέθλια του και γινόταν τεσσάρων χρονών. Είχε αρχίσει ήδη να ξεχνά. Θυμόταν μόνο κάτι αχνά. Και φοβόταν. Θα φοβόταν πάντα επειδή τον είχαν διαλέξει.



Η Μάρθα σταμάτησε μια στιγμή να σκεφτεί ποια θα ήταν η θέση της στην Ιστορία της Θεότητας, αλλά μετά το ξέχασε και ξεκίνησε να πάει στο ποτάμι που συναντούσε την θάλασσα. Μία φωνή στο κεφάλι της, της ψιθύρισε πως δεν είχε τόσο μεγάλη σημασία που είχε δει κατάματα Τον Θεό. Επειδή η αγάπη και η θεότητα υπήρχαν παντού και αυτή η ίδια ήταν ανέκαθεν Μία Εκλεκτή και δεν θα μπορούσε πια ποτέ να ξεχάσει. «Το πιο σημαντικό πράμα στη ζωή μου ήταν που στάθηκα ικανή να μαζέψει μαργαρίτες», σκέφτηκε και με ικανοποίηση η Φωνή της ψιθύρισε πως Ξέρει. Αυτή ήταν από τους ανθρώπους που Μπόρεσαν να δουν Το Πάντα. Η Μάρθα χαμογέλασε. Και γέλασε. Και μάζεψε πολλές πολλές μυρωδάτες μαργαρίτες. Μεγάλη η Θεότητα-αλλά ο Λάζαρος έκανε το σπίτι να μυρίζει χωματίλες.

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2011

Συναισθηματικός εκβιασμός! Ξέρετε τίποτε για το θέμα της δωρεάς αίματος ομφάλιου λώρου?

Τώρα που πιάσαμε κι εμείς σιγά σιγά (πολύ σιγά όμως!) την κατηφόρα την μεγάλη και περιμένουμε να γεννήσουμε σε εφτά περίπου βδομάδες, ερχόμαστε αντιμέτωποι με διάφορα διλήμματα που αφορούν την εγκυμοσύνη και την μέλλουσα εμπειρία μας ως νέοι γονείς. Για την βιομηχανία που έχει στηθεί πίσω από το θέμα «νεογέννητο και ανάγκες» και «εύπιστοι νέοι γονείς της Κύπρου» λέω να γράψω ένα ποστ σύντομα (περιμένω να μου περάσει το σοκ!). Για την ώρα αυτό που μας απασχολεί είναι το θέμα της φύλαξης του αίματος του ομφάλιου λώρου για το οποίο πρέπει να αποφασίσουμε σύντομα.


Πολλά για αυτό το θέμα ομολογώ πως δεν κατέχω. Σημαντικές πληροφορίες μπορεί να βρει κανείς εδώ  (στη σελίδα του Καραϊσκάκιου Ιδρύματος).

Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, το θέμα έχει ως εξής: Το αίμα που παραμένει στον πλακούντα όταν γεννηθεί το μωρό, που παλιά θεωρείτο ως άχρηστο υποπροϊόν της εγκυμοσύνης είναι πλούσιο σε αρχέγονα αιμοποιητικά κύτταρα τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε άτομα που πάσχουν από λευχαιμία, δυσλειτουργίες μυελού των οστών ή άλλες ασθένειες. Βασικά αντί να γίνεται μεταμόσχευση μυελού των οστών σε τέτοιες ασθένειες, γίνεται μεταμόσχευση του αίματος αυτού (νοουμένου ότι υπάρχει συμβατότητα) και οι πιθανότητες ανάκαμψης είναι πολύ πιο αυξημένες.
Ας σημειωθεί πως η φύλαξη του αίματος δεν καθίσταται πάντα εφικτή επειδή μπορεί στον πλακούντα να μην υπάρχουν αρκετά αρχέγονα κύτταρα. Φορείς όπως το Καραϊσκάκιο σε ενημερώνουν αν το ζητήσεις. Άλλοι, δεν ξέρω…
Υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να υπάρχει νομοθεσία έτσι ώστε να συγκεντρώνεται το αίμα του ομφάλιου λώρου από κάθε γυναίκα που γεννά και ακολούθως να φυλάσσεται σε ειδικό ίδρυμα σε κάθε χώρα. Θα έπρεπε να υπάρχει μια διεθνής δεξαμενή συγκέντρωσης του αίματος σε εθνικό επίπεδο κάθε χώρας, με στόχο να μπορεί να υπάρχει πρόσβαση σε όλους σε περίπτωση ασθενειών, από όλο τον κόσμο. Αυτό που κατάλαβα ότι γίνεται αυτή τη στιγμή είναι πως υπάρχουν διάφοροι φορείς σε κάθε τόπο, καλή ώρα το δικό μας το Καραϊσκάκιο ίδρυμα το οποίο αναλαμβάνει να συγκεντρώσει το αίμα σε περίπτωση που εθελοντικά αποφασίσει ένα ζευγάρι να προβεί στην δωρεά. Το Καραϊσκάκιο είναι ενωμένο με άλλους ανάλογους φορείς και τα δείγματα που κατέχει είναι ανοικτά σε αυτούς. Ανάλογα γίνεται χειρισμός των περιπτώσεων της Κύπρου. Θυμάστε τον μικρό Ανδρέα Βασιλείου που έκανε την μισή Κύπρο να γίνει δότης μυελού των οστών? Η τελευταία επιλογή του Αντρέα ήταν η χρήση ενός μερικώς συμβατού μοσχεύματος από το Δημόσιο Αρχείο του αίματος ομφάλιου λώρους της Νέας Υόρκης. Μία μητέρα είχε δωρίσει το μόσχευμα στο αρχείο αυτό, και ο μικρός Αντρέας είχε την ευκαιρία να κάνει την μεταμόσχευση που έσωσε τελικά τη ζωή του.

Το ζήτημα με το αρχέγονα κύτταρα, τα οποία ας σημειωθεί φυλάσσονται για 20 χρόνια μόνο, είναι πως δεν είναι γενικά πολύ αναπτυγμένο για την ώρα, όλοι ωστόσο υποστηρίζουν πως πρόκειται για την θεραπεία του μέλλοντος. Υποστηρίζουν πως κάποτε θα δώσουν λύσεις σε σοβαρές ασθένειες, όπως η θαλασσαιμία, κάποιες συγγενείς καρδιοπάθειες και δεν ξέρω κι εγώ τι. Το ζήτημα είναι πως αυτές οι θεραπείες είναι ακόμα μακριά. Επίσης το αίμα αυτό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί (ακόμα και τώρα αν προκύψει ασθένεια) για το άτομο από το οποίο λήφθηκε. Θα χρησιμοποιηθεί για τα αδέλφια ή την οικογένεια του. Κι εδώ προκύπτει ο συναισθηματικός εκβιασμός.
Πέραν του Καραϊσκάκιου, το οποίο εξηγεί πως μπορεί το μόσχευμα να δοθεί στην οικογένεια εάν προκύψει ανάγκη, εκτός κι αν έχει προηγουμένως ζητηθεί και δοθεί σε άτομο που έχει ανάγκη, αφού βρίσκεται στην διεθνή τράπεζα δεδομένων, λειτουργούν ιδιωτικές εταιρείες οι οποίες φυλάσσουν το αίμα ιδιωτικά για την οικογένεια. Η φύλαξη διαρκεί 20 χρόνια και στοιχίζει κάπου 2000 ευρώ. Οι εταιρείες αυτές με την εμπειρία που είχα ως τώρα, λειτουργούν παρουσιάζοντας αυτή την πραγματικότητα στους γονείς. Ότι δηλαδή είναι πιθανόν κάποιος να νοσήσει στην οικογένεια και τότε θα έχουν τύψεις μία ζωή αν δεν έχουν φυλάξει το μόσχευμα για ιδιωτική χρήση. Το θέμα είναι πως πιέζουν πολύ (με 2-3 που μίλησα πόνταραν απίστευτα στον συναισθηματικό εκβιασμό) χωρίς να είναι σαφείς γνώστες του αντικειμένου και τονίζουν πως ο δισταγμός σου να δώσεις τόσα λεφτά για κάτι που ακούγεται σχετικά αμφίβολο, μπορεί να είναι καταστροφικός διότι η πιθανότητα μίας ασθένειας, όσο απομακρυσμένη κι αν ακούγεται, κρέμεται πάντα ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από το κεφάλι σου. Το γεγονός ότι στην πλειοψηφία των περιπτώσεων δεν υπάρχει συμβατότητα μεταξύ μελών οικογένειας και αναζητούνται δότες από την διεθνή δεξαμενή δεδομένων δεν πτοεί τις εταιρείες. «Κι αν το δικό σας μόσχευμα ταιριάζει?» σε ρωτούν.
Η δική μου η θέση είναι πως σε τέτοιες περιπτώσεις δίνεις το μόσχευμα σε πρόσβαση για όλο τον κόσμο. Θεωρώ ανήθική την στάση να κρατήσεις ιδιωτικά κάτι που μπορεί να σώσει την ζωή ενός άλλου ανθρώπου. Επιπλέον, με ενοχλεί αφάνταστα αυτός ο ταξικός διαχωρισμός. Τι γίνεται με τα άτομα που δεν έχουν λεφτά να φυλάξουν το μόσχευμα?
Όπως και να έχει. Όπως ανέφερα και πιο πάνω δεν έχω πολλές γνώσεις για το θέμα. Αν γνωρίζει κάποιος κάτι παραπάνω ή αν πέρασε από ανάλογο δίλημμα θα ήθελα πολύ να ακούσω τι έχει να πει.

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Η Ρόζα η Τορόζα…



Την θυμάμαι καλά. Αν και την θυμάμαι πάντα με φόβο και δέος. Η κυρία Τοροζού. Προσωπικότητα επιβλητική στην γειτονιά που μεγάλωσα. Κυράτσα με τα όλα της. Κόκκινα μαλλιά κτενισμένα σε κότσο με μπούκλες, φούστες στενές και κοντές που τις φορούσε ακόμα και όταν σκούπιζε την αυλή. Ένα κορμί όλο καμπύλες θηλυκό. Και κυρίως δύο μάτια αλλιώτικά. Το ένα ήταν γαλάζιο και το άλλο καστανό. Δεν υπήρχαν αυτά τα μάτια. Ήταν σαν να ανήκαν σε δύο ξεχωριστά άτομα. Το καστανό ήταν της φιλικής γειτόνισσας που μας κερνούσε καραμελίτσες… και το γαλάζιο της τσαχπίνας κοκκινομάλλας που όλοι ψιθύριζαν πως είχε μεγάλο παρελθόν. Σούξουμούξου η γειτονιά. Από τα καπαρέ της Ρηγαίνης την είχε μαζέψει ακούεις ο κοντούλης ο άντρας της. Σε κάτι ρημαγμένα μπαρ που τα δούλευαν Τουρκοκύπριοι. Πώς την έβγαλε από τα μπαρ, την παντρεύτηκε, την νοικοκύρεψε πριν ρημάξει η ίδια στα καταγώγια κανένας δεν ήξερε. Κανένας δηλαδή δεν ήξερε με σιγουριά. Η μόνη ένδειξη για τα αμαρτήματα ήταν το παρατσούκλι της. Ρόζα, Τορόζα. Κανένας δεν θυμόταν το όνομα της… Ρόζα… Σαν τα κουφετάκια που μας χάριζε στην γειτονιά. Και τα διττά τα μάτια.



Η αλήθεια είναι πως πέραν από την φήμη που κυνηγούσε τις όμορφες, η Ρόζα η Τορόζα δεν έδινε δικαιώματα στην γειτονιά. Ήτανε τύπος και υπογραμμός. Με τα κεφτεδάκια της, με τις νοικοκυροσύνες της, με τα ναζάκια της τα εντός πλαισίων και σπιτικού γάμου. Ποτέ δε ακούστηκε για αυτήν το παραμικρό. Στενή παρέα με τις άλλες γυναίκες της γειτονιάς δεν έκανε ωστόσο ποτέ. Η μόνη που εμπιστευόταν λιγάκι ήταν η γιαγιά μου η Ελενού για την οποία έλεγαν επίσης πως είχε κάποτε κι αυτή ένα κάποιο παρελθόν. Τις θυμάμαι να κάθονται και να λένε μυστικά τον καφέ και να κουβεντιάζουν. Να φτιάχνουν κουλουράκια και να μασουλούνε μυστικά στην αυλή. Με την γιαγιά μου η Ρόζα η Τορόζα ήτανε πάντοτε λιγότερο «κυρία». Ήτανε σαν το γαλανό το μάτι να την εκυρίευε και γινότανε κάτι τις παραπάνω ο εαυτός της. Αλλά στο σπίτι της πάντα επέστρεφε κυρία καστανή.



Η Ρόζα η Τορόζα έκανε και δύο παιδάκια -αγγελάκια αληθινά με μαλλάκια ρούσα σαν τα δικά της, αλλά όχι με μάτια λαμπίρικα και αλλιώτικα. Η γιαγιά μου θυμάται πως ήτανε η πρώτη της κουβέντα σαν την έβγαζε η μαμμού τα μωρά από την κοιλιά. «Τα μάθκια τους?», ρωτούσε πάντα με αγωνία την μαμμού. Για να την πούνε πως ήτανε μια χαρά τα μάθκια τους. Συνηθισμένα. Καστανά. «Συνηθισμένα. Καστανά». Μονολογούσε η Ρόζα η Τορόζα και αναστέναζε ευχαριστημένη καθώς έλεγε να φωνάξουν τον άντρα της να του δείξει το νέο μωρό.



Η Ρόζα η Τορόζα δεν έζησε πολύ. Θυμάμαι πως δεν έφτασε σε βαθιά γηρατειά. Έσβησε κοντά στα πενήντα της, λίγα χρόνια μετά που πέθανε και ο κοντούλης ο άντρας της, από την αρρώστια την κακιά. Είχε πάθει καρκίνο. Θυμάμαι αμυδρά που πέθανε, επειδή είχα άλλα στο μυαλό μου εκείνο τον καιρό και το δέος που μας προκαλούσε είχε ξεθωριάσει. Θυμάμαι ωστόσο πολύ την κηδεία της επειδή εκεί συνέβηκε το τρομερό. Στην εκκλησία, εκεί που έλεγε ο παπάς να δώσει ο κόσμος τον τελευταίον ασπασμό είδαν όλοι μια κοπελάρα να κλαίει και να οδύρεται πάνω από την κάσα της πεθαμένης. Ήταν μια καλλονή, ψηλή κοκκινομάλλα και ντυμένη κάπως άπρεπα για εκκλησία. Θυμάμαι κιόλας πως φορούσε μέσα στην εκκλησιά μαύρα γυαλιά. Και πως όταν τα έβγαλε να σκουπίσει τα μάτια της είδαμε όλοι πως είχε δυο μάτια αλλιώτικα! Το ένα γαλάζιο και το άλλο καστανό. Ίδια όπως της μακαρίτισσας της Ρόζας. Προφανώς συγγενείς. Αδελφή της? Κόρη της?



Ήταν ο γιος της. Ο πρωτότοκος γιος της Ρόζας της Τορόζας. Μόνο η γιαγιά μας ήξερε την αλήθεια και πήρε την κοπελάρα και την άφησε να κάτσει δυο μέρες στο σπίτι μας να στυλωθεί. Αποκαλύφθηκε η αλήθεια στην γειτονιά και έγινε χαμός. Η Ρόζα δούλευε όντως μικρή στα μπαρ. Κι εκεί έκαμε ένα μωρό. Το Ροζούδι το τοροζούδι όπως το έλεγαν τότε. Η γιαγιά μου τα ήξερε. Το Ροζούδι από μικρό είχε δείξει πως ήταν διαφορετικό. «Σαν κοριτσάκι που γεννήθηκε στο σώμα του γιου μου», έλεγε της γιαγιάς μου η Ρόζα. Έπαιζε με κούκλες, έβαφε τα νυχάκια του, ήθελε να ντύνεται με ρούχα γυναικεία. Η Ρόζα η Τορόζα, σοφή γυναίκα, στα μπαρ μεγάλωσε, ήξερε πως δεν μπορούσε παρά να το αφήσει να εξελιχτεί. Και όταν γνώρισε τον κοντούλη που θα την λύτρωνε, άφησε τον γιο της στα χέρια μιας φίλης της. Ο κοντούλης και η γειτονιά δεν θα τον δέχονταν ποτές. Η Ρόζα ποτέ δεν ξέχασε το παιδί της, το συναντούσε του μιλούσε και πλήρωνε μάλιστα με τις οικονομίες της τις θεραπείες που τους αναλογούσαν. Όπως μας έλεγε η γιαγιά, κατηγορούσε τον εαυτό της για την τύχη του και έφταιγε τα αλλιώτικά του τα μάτια. Ποτέ της λόγο κακό για το παιδί της δεν είπε σε κανένα. Τον φρόντιζε όπως μπορούσε από μακριά. Κι ας ήξερε πως η τύχη του, εκείνες τις δύσκολες εποχές, άλλο δεν μπορούσε παρά να είναι προδιαγεγραμμένη. Στην πορνεία κατέληξε, από την πορνεία που με τόσο κόπο γλίτωσε και αυτή.



Αλλά σαν πέθανε η Ρόζα η Τορόζα, και την δεν ένοιαζε να μάθει ο κόσμος την αλήθεια, όρκισε την γιαγιά μου να καλέσει στην κηδεία το αλλιώτικό παιδί για να είναι παρόν όταν θα διάβαζαν την διαθήκη. Πρωτοπόρος η Ρόζα για την εποχή, είχε κάμει διαθήκη και άφηνε την μισή της περιουσία στο παιδί της με τα δύο μάτια. Άδικα φώναζαν τα δύο «αγγελάκια» για την αδικία και την ντροπή. Η Ρόζα η Τορόζα είχε θωρακίσει για τα καλά την τύχη του πρώτου παιδιού της «Για να μην πεθάνει μόνο και εγκαταλειμμένο στην φτώχεια», όπως είπε στον δικηγόρο.



Το Τοροζούδι, πήρε ότι του αναλογούσε και έφυγε από τα αδέλφια του μακριά Κανένας δεν άκουσε ξανά για αυτόν. Το σούσουρο και το σκάνδαλο εξασθένισε σιγά σιγά στην γειτονιά. Μόνο η γιαγιά μου απέκτησε μια μικρή φίλη στον Λυθροδόντα και πήγαινε κάποτε της Κυριακές να ψήσουν καφέ και να κουβεντιάζουν. Να φτιάχνουν κουλουράκια και να μασουλούνε μυστικά στην αυλή.

Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

Ερωτικά- Γιάννης Ρίτσος (δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για να μην αγαπάς)

Θέλω να περιγράψω το σώμα σου. Το σώμα σου είναι απέραντο.
Το σώμα σου είναι ένα λεπτό ροδοπέταλο σ' ένα ποτήρι καθαρό νερό.
Το σώμα σου ένα άγριο δάσος με σαράντα μαύρους ξυλοκόπους.
Το σώμα σου βαθειές νοτισμένες κοιλάδες πριν βγει ο ήλιος.
Το σώμα σου δυό νύχτες με καμπαναριά,
με διάττοντες και μ' εκτροχιασμένα τραίνα.

Το σώμα σου ένα ημίφωτο μπαρ με μεθυσμένους ναύτες και καπνέμπορους•
χτυπάνε στράκες, σπάζουν ποτήρια, φτύνουν, βλαστημούν.
Το σώμα σου ένας ολάκερος στόλος υποβρύχια, θωρηκτά, κανονιοφόροι• θορυβώδεις άγκυρες ανεβαίνουν• τρέχουν νερά στο κατάστρωμα•
ένας μούτσος πηδάει απ' το κατάρτι στη θάλασσα.
Το σώμα σου πολύφωνη σιωπή σκισμένη από πέντε μαχαίρια, τρεις ξιφολόγχες κι ένα σπαθί.
Το σώμα σου μια διάφανη λίμνη, στο βυθό της φαίνεται η λευκή βουλιαγμένη πολιτεία.
Το σώμα σου ένα τεράστιο ακάθεκτο χταπόδι μες στη γυάλα του φεγγαριού
με ματωμένα πλοκάμια πάνω απ' τις φωταγωγημένες λεωφόρους, όπου το απόγευμα

πέρασε αργόπρεπα η κηδεία του τελευταίου αυτοκράτορα.
Πολλά λουλούδια πατημένα μένουν στην άσφαλτο βρεγμένα με βενζίνη.
Το σώμα σου ένα παλιό μπορντέλο της οδού Προαστίου με γριές πουτάνες, βαμμένες
με λιπαρά φτηνά κραγιόνια• φοράνε ψεύτικες μακριές βλεφαρίδες•
είναι και μια νεαρή πρωτόπειρη, ηδονίζεται μ' όλους τους πελάτες,
αφήνει τα λεφτά στο κομοδίνο της, ξεχνάει να τα μετρήσει.

Το σώμα σου είναι ένα ρόδινο μικρό κορίτσι•
κάθεται κάτω απ' τη μηλιά και τρώει μια φέτα φρέσκο ψωμί και μια κόκκινη αλατισμένη ντομάτα• κάθε τόσο χώνει κ' ένα άνθος της μηλιάς στα στήθη της.
Το σώμα σου ένα τζιτζίκι στ' αφτί του τρυγητή,
ρίχνει μια σκιά μενεξελιά στο μελαμψό λαιμό του
και τραγουδάει μονάχο του όσα δεν μπορούν να πουν όλα μαζί τα σταφύλια.
Το σώμα σου είναι ένα ξάγναντο μεγάλο αλώνι στη κορφή του λόφου,
έντεκα ολόλευκα άλογα αλωνίζουνε τα στάχυα της Γραφής•
χρυσάφι τ' άχυρα καρφώνουνε μικρούς καθρέφτες στα μαλλιά σου
και λαμποκοπούν τα τρία ποτάμια όπου μεγάλες μαύρες αγελάδες με αδαμάντινα στέμματα σκύβουν, πίνουν νερό και κλαίνε.



Το σώμα σου είναι απέραντο.

Το σώμα σου απερίγραπτο.
Και θέλω να το περιγράψω,
να το κρατήσω πιο σφιχτά στο σώμα μου,
να το χωρέσω και να με χωρέσει.

Αθήνα 18.11.80 (Από "Τα Ερωτικά" εκδόσεις "ΚΕΔΡΟΣ" (αποσπάσματα) 1981)


(Αφιερωμένο -πάντα!)

Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2011

Cyprus Act: Για το παρκάρισμα στα πεζοδρόμια

Αντιγράφω κι εγώ από το μπλογκ του Μισσαρου που αντιφράφει με την σειρά του από τον dm3k για μία δράση που θα γίνει ενάντια στο παράνομο παρκάρισμα στις 12 Φεβρουαρίου. Ας κάνουμε κάτι επιτέλους για όλους αυτούς που πιστεύουν πως είναι το κέντρο του κόσμου και δεν νοιάζονται για κανέναν άλλο, πεζούς, άτομα με κινητικά προβλήματα, ποδηλάτες, όλους εμάς.

"ΟΣΟΙ ΦΙΛΟΙ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΜΑΣ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΟΥΝ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΜΑΣ ΔΡΑΣΗ ΣΤΙΣ 12 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2011 ΟΠΟΥ ΥΑ ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΗΘΟΥΝ ΟΧΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΝΟΜΟΥΝ ΣΤΑΘΜΕΥΟΝΤΑΣ ΣΕ ΧΩΡΟΥΣ ΑΝΑΠΗΡΙΚΩΝ ΟΧΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΣΕ ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΑ Η ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΜΑΘΟΥΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ CYPRUS ACT ΑΣ ΕΡΘΟΥΝ ΣΤΟ PARKING ΤΟΥ JUMBO ΣΤΗΝ ΛΑΚΑΤΑΜΕΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΩΡΩΝ 11…:00 – 11:30 Η ΑΣ ΕΠΟΙΚΟΙΝΩΝΗΣΟΥΝ ΜΑΖΙ ΜΑΣ ΣΤΟ 99459921"








Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

Thank God It is NOT Friday!

Δεν ξέρω αν είναι σωστό να το ονοματίσω το συγκεκριμένο εστιατόριο –μην μας έρτει καμία μήνυση και δεν είμαστε τώρα για τέτοια- αλλά θα σας το πω περιφραστικά και θα καταλάβετε… Επειδή είναι ενδεικτικό της νοοτροπίας που έχουμε πιστεύω σε αυτό το τόπο για άτομα που έχουν κινητικά προβλήματα. Προχτές λοιπόν πήγαμε σε συγκεκριμένο εστιατόριο στο κέντρο της Λευκωσίας να φάμε για βραδινό. Ας σημειωθεί πως εγώ, λόγω εγκυμοσύνης, έμεινα για καιρό κλεισμένη μέσα, ξάπλωνα αρκετά τους πρώτους μήνες και βγαίνω τώρα λίγο επιλεκτικά, για κανένα φαΐ σε συνδυασμό με την επίσκεψη μας στο γιατρό. Είμαι πλέον μια δυσκίνητη φάλαινα, έγκυος με δίδυμα στον 6ο μήνα αισίως, 13 κιλά πιο βαριά από πριν (και ας σημειώσουμε ποτέ δεν υπήρξα ποτέ και καμιά κοκαλιάρα) με σαφείς οδηγίες από τον γιατρό να αποφεύγω σκάλες. Τι γίνετε λοιπόν όταν το «καθήκον» με καλεί και θέλω να πάω επειγόντως στην τουαλέτα? Και όταν αυτή βρίσκεται στον πάνω όροφο κι εγώ πλέον θέλω 15 λεπτά να βγω μια σκάλα? Ρωτώ ευγενικά αν υπάρχει τουαλέτα για άτομα με κινητικά προβλήματα και ζητώ να την χρησιμοποιήσω. Κανείς δεν μου αρνήθηκε ποτέ. Όταν δηλαδή υπάρχει. Προχτές στο συγκεκριμένο εστιατόριο μου είπαν πως έπρεπε να βγω τις σκάλες επειδή υπήρχε μεν τουαλέτα αλλά «είναι messy», λερωμένη και αχρησιμοποίητη. Κούτσα κούτσα τα κατάφερα… Πήρα τις σκάλες... Αλλά φυσικά δεν θα πάμε ξανά εκεί…


Παρόμοια ιστορία έζησαν κάτι φίλοι μας σε αλυσίδα «ενδόξων» καφέ στην Λευκωσία καθώς και σε προσφάτως ανακαινισμένο κινέζικο με τσουχτερές τιμές. Παντού υπάρχει η ράμπα αλλά κανένας δεν προβλέπει στην συνέχεια…



Η απορία μου είναι για ποιο λόγο το συγκεκριμένο εστιατόριο αλλά και όλα τα υπόλοιπα  έχουν ράμπες στην είσοδο-αναγκάζονται μάλλον όλοι να το κάνουν αυτό πλέον λόγο νόμου. Αφού στην ουσία δεν ευνοούν την επίσκεψη από άτομα με τέτοια προβλήματα. Τι θα έκανε κάποιος με τροχοκάθισμα αν θα ήθελε να πάει τουαλέτα? Ζούμε τελικά σε έναν τόπο όπου επιλέγουμε να αγνοούμαι όλα όσα γίνονται γύρω μας… Και όπου οι νομοθεσίες είναι για το θεαθήναι…

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Οι γυναίκες της ζωής Σου…

Υπάρχει κάπου η Β. Είναι 44 χρονών. Καλοδιατηρημένη κοπέλα. Γεννήθηκε από μια οικογένεια φτωχή που πνιγμένη στην μιζέρια της δεν είχε πολλές φιλοδοξίες στη ζωή. Έτσι της περιόρισαν και τις δικές της. Της μάνας της, που δεν τέλειωσε καν το δημοτικό, της έφτανε τα παιδιά της να έχουν ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους σταθερό. Και φαΐ στο τραπέζι. Του πατέρα της, που είχε προσόντα πολλά να σπουδάσει και να μορφωθεί, του έκοψαν τα φτερά του γρήγορα και στα 12 βρέθηκε εργάτης σε εργοστάσιο στην βιοπάλη. Η Β μικρή δεν ήξερε πολλά από τη ζωή. Ούτε υπήρχαν τότε την δεκαετία του 1980 που ήταν έφηβη ερεθίσματα και κοινωνικές πρόνοιες να την κάνουν να γίνει κάτι άλλο από το προσχεδιασμένο για τη ζωή της πλάνο: Στα δεκαπέντε παράτησε το σχολείο, ενώ μπορούσε κάλλιστα να συνεχίσει την εκπαίδευση της αν υπήρχε ένας φωτισμένος δάσκαλος να την καθοδηγήσει και να της πει για το ζοφερό μέλλον που θα την περίμενε. Ή αν οι γονείς της είχαν μέσα από την μιζέρια τους την ανάγκη για ένα πιο φωτεινό μονοπάτι. Πολύ γρήγορα βρέθηκε να δουλεύει στο εργοστάσιο πλάι στον πατέρα της. Και στα 19, ακολουθώντας την προδιαγεγραμμένη πορεία, παντρεύτηκε και άρχισε να κάνει παιδιά. Στο μεσοδιάστημα έκανε δάνειο από την τοπική Συνεργατική, έχτισε με χίλια ζόρια ένα σπιτάκι και συνέχισε να δουλεύει. Α, και να κάνει κι άλλα παιδιά που της τα πρόσεχε η μάνα της. Έφτασε τα τέσσερα. Αισίως. Και μετά, κάτι που η επειδή η μάνα της κουράστηκε, αναγκάστηκε στην γέννηση του τετάρτου παιδιού να σταματήσει να δουλεύει και να μείνει σπίτι να τα μεγαλώσει. Κάτι που τα εργοστάσια έκλεισαν την δεκαετία του 1990 λόγω της κρίσης, έμεινε χωρίς δουλειά. Νοικοκυρά. Να μεγαλώνει τα παιδιά της. Το θέμα είναι πως τα παιδιά μεγάλωσαν και στα 40 της η Β βρέθηκε σε μία θέση λίγο πολύ αναμενόμενη: Η «φωλιά» είχε αδειάσει, οι λογαριασμοί έτρεχαν, στο σπίτι με την μητέρα της ένιωθε αδράνεια και μοναξιά και είχε ανάγκη επιτακτική, κυρίως εσωτερική και εξωτερική να δουλέψει. Ποιος σε προσλαμβάνει στα 40 χωρίς καν απολυτήριο λυκείου και χωρίς προσόντα? Κανείς. Και η Β έγινε με λύπη της καθαρίστρια. Στα 40 της ξύπνησαν οι λογικές φιλοδοξίες και ήθελε να κάνει με την ζωή της κάτι. Δεν ήθελε να γίνει καθαρίστρια. Το να καθαρίζεις βρώμικες σκάλες για 6 ευρώ την ώρα δεν ήταν κάτι που ήθελε για το υπόλοιπο της ζωής της.





Συνέχισε να ψάχνει και κατάφερε σε κάποιο χρόνο να βρει δουλειά σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο. Στο οποίο πληρώνονταν πάλι με ψίχουλα αλλά γνώρισε κόσμο και έμαθε πολλά. Άλλωστε πάντα της άρεσαν τα βιβλία… Δυστυχώς για αυτήν το βιβλιοπωλείο πωλήθηκε στα δύο χρόνια και έγινε copy center. Ο νέος ιδιοκτήτης, που άκουσε από τον προηγούμενο εργοδότη πως ήταν μια κοπέλα καλή, τίμια, εργατική, την κράτησε και προσέλαβε μαζί της 2-3 φοιτήτριες. Η τεχνολογία και η έλλειψη εκπαίδευσης χτύπησαν τότε κατακέφαλα την Β. Το μυαλό της, μπόλικο αλλά ακατέργαστο, δυσκολευόταν να αφομοιώσει τις νέες ανάγκες. Οι γνώσεις της για υπολογιστές ήταν ελάχιστή, ότι ήξερε από τα παιδιά της. Και τώρα καλείτο να τυπώσει από USB, να κάνει παραγγελίες στα Αγγλικά, να χρησιμοποιήσει μηχανήματα με τα οποία δεν ήταν εξοικειωμένη. Όπως είναι φυσικό το να είσαι καλή κοπέλα, τίμια και εργατική δεν είναι πάντα αρκετό. Έκανε λάθη. Όχι σοβαρά. Αλλά λάθη. Τα οποία ο νέος εργοδότης δεν ήταν διατεθειμένος να συγχωρέσει. Και άρχισε να την υποτιμά. Και να της κάνει παρατηρήσεις. Και της βάζει τις φωνές μπροστά στις άλλες. Τις προάλλες της απαγόρευσε να τυπώνει χρησιμοποιώντας το USB, της είπε να μείνει μακριά από τους υπολογιστές αφού δεν καταλάβει από μηχανές, μια άλλη μέρα της φώναζε μπροστά από τους πελάτες επειδή έκανε λάθος σε ένα σπιράλ και χτες της έκανε σκηνή τρομερή και της θύμωσε άγρια επειδή έκανε λάθος στην φωτοτυπική. Ι Β επέστρεψε στο σπίτι και σε όλη την διαδρομή έκλαιγε και έκλαιγε. Αφού κάνει ότι μπορεί. Και προσπαθεί. Γιατί την προσβάλλει? Γιατί να την μειώνει έτσι? Γιατί να της ποδοπατά την αξιοπρέπεια? Αν δεν του κάνει ας την διώξει. Κανένα λάθος δεν ήταν τόσο σοβαρό ή τόσο τρομερό ή κάτι το οποίο δεν μπορούσε η Β να διορθώσει και να μάθει. Ο εργοδότης, ωστόσο, δεν δέχεται τα λάθη. Τα λάθη της Β δηλαδή. Επειδή παρόμοια κάνουν και οι άλλες. Οι οποίες δεν έχουν το προφίλ της Β. Χωρίς απολυτήριο, πρώην νοικοκυρά, 44 χρονών χωρίς ειδίκευση, με μόνο προσόντα πως είναι καλή κοπέλα και τίμια και εργατική. Ο εργοδότης θυμώνει με το προφίλ της Β. Μιας Β που δημιούργησε κι αυτός και πολλοί άλλοι μέσα στην ωραία κοινωνία του. Η Β έτρεξε και τρέχει αλλά έχει πολύ ακόμα μέχρι να πάει καν στην εκκίνηση. Και δυστυχώς υπάρχουν πολλές Β. Πολύ περισσότερες από ότι νομίζουμε. Να δουλεύουν με ψίχουλα, να δέχονται ταπεινώσεις. Είναι οι γυναίκες της ζωής μας… Υπάρχει και η Κύπρος που είναι στο περιθώριο…

Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου 2011

Τα σκατά των σκύλων σας!!!

Θα τα έχω πατήσει τουλάχιστον πέντε φορές. Όσο κι αν προσπαθώ να τα αποφύγω. Όσο κι αν προσπαθώ να τα δω. Ο λόγος για τα σκατά (με το συμπάθιο κιόλας) των σκύλων της γειτονιάς τα οποία οι καλοκάγαθοι και κατά τα άλλα ζωόφιλοι γείτονες μου θεωρούν πως έχουν δικαίωμα να τα αφήνουν ανέμελα και βρωμερά σε κάθε δρομάκια και μονοπάτι της περιοχής…και τα οποία αντιμετωπίζω κάθε φορά που επιχειρώ να κάνω τον καθημερινό μου περίπατο…


Ζούμε στο κέντρο της Λευκωσίας σχεδόν, αλλά σε μια περιοχή που ο δρόμος παρακάμπτεται και δημιουργεί μια ας πούμε εσφαλμένη αίσθηση εξοχής… Η περιοχή μας είναι νεόκτιστή και έχει κυρίως πολυκατοικίες. Υπάρχουν ωστόσο και κάτι σπιταρόνες και μοντέρνα πανάκριβα σπίτια ανθρώπων της δικής μας ηλικίας (που είπαμε: Δεν ξέρω τι ζωή κάνουν και τα φέρνουν τόσο καλά βόλτα!)… Όπως και να έχει… δεν ξέρω σε ποιους ανήκουν όλοι αυτοί οι σκύλοι που βολτάρουν καθημερινά με τα περήφανα αφεντικά τους. Σκύλοι ράτσας! Μικρά τεριέ, λαμπραντόρ, χάσκι και δεν ξέρω κι εγώ τι που βολτάρουν χαρούμενα και ευτυχισμένα στους δρόμους μας. Είναι σκυλιά καταγωγής, πανέμορφα και καλοβαλμένα. Ίσως για αυτό οι ιδιοκτήτες τους θεωρούν πως έχουν αναφαίρετο δικαίωμα στο να μολύνουν τους δρόμους μας! Αυτό που με εκνευρίζει είναι πραγματικά η απόλυτη έλλειψη συνείδησης απέναντι στο περιβάλλον και στον άλλο κόσμο που χρησιμοποιεί τους δρόμους. Ακόμα και απέναντι από το κτίριο της πολυκατοικίας μας τα περήφανα αφεντικά με πλήρη πιστέψτε με αδιαφορία αφήνουν τα σκυλάκια τους να κάνουν την ανάγκη τους, κοιτάζοντας κιόλας περήφανα που έχουν ένα τόσο καλό και λειτουργικό γαστρεντερολογικό σύστημα… Όσους έχω δει ως τώρα τους έχω περιλάβει. Τους ρωτώ γιατί δεν φέρνουν ένα σακουλάκι να μαζέψουν τα απορρίμματα και με κοιτάζουν με πραγματική απορία! Μα πώς είναι δυνατόν? Πως θα κουβαλούν τα σκατά μέσα στο σακουλάκι? Και που να βάλουν? Στην τσάντα τους? Και επιπλέον. Εδώ γύρω υπάρχει φύση! Κι ας είμαι προσεκτική εκεί που περπατώ!



Είναι ίσως δικό μου λάθος που αναζητώ ψηφίδες πολιτισμού και ευγένειας στους ανθρώπους του τόπου. Είναι ίσως λάθος να πιστεύω στον πολιτισμό της αστικής τάξης που σέβεται τον εαυτό του πρώτα και μετά τους άλλους γύρω του. Ίσως πάλι για κάποιους το να είσαι ιδιοκτήτης ενός πανάκριβου σκύλου ράτσας και να τον περιφέρεις γύρω στους δρόμους είναι απόδειξη ανωτερότητας και αριστοκρατισμού. Τι να πει κανείς…