Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Η Ρόζα η Τορόζα…



Την θυμάμαι καλά. Αν και την θυμάμαι πάντα με φόβο και δέος. Η κυρία Τοροζού. Προσωπικότητα επιβλητική στην γειτονιά που μεγάλωσα. Κυράτσα με τα όλα της. Κόκκινα μαλλιά κτενισμένα σε κότσο με μπούκλες, φούστες στενές και κοντές που τις φορούσε ακόμα και όταν σκούπιζε την αυλή. Ένα κορμί όλο καμπύλες θηλυκό. Και κυρίως δύο μάτια αλλιώτικά. Το ένα ήταν γαλάζιο και το άλλο καστανό. Δεν υπήρχαν αυτά τα μάτια. Ήταν σαν να ανήκαν σε δύο ξεχωριστά άτομα. Το καστανό ήταν της φιλικής γειτόνισσας που μας κερνούσε καραμελίτσες… και το γαλάζιο της τσαχπίνας κοκκινομάλλας που όλοι ψιθύριζαν πως είχε μεγάλο παρελθόν. Σούξουμούξου η γειτονιά. Από τα καπαρέ της Ρηγαίνης την είχε μαζέψει ακούεις ο κοντούλης ο άντρας της. Σε κάτι ρημαγμένα μπαρ που τα δούλευαν Τουρκοκύπριοι. Πώς την έβγαλε από τα μπαρ, την παντρεύτηκε, την νοικοκύρεψε πριν ρημάξει η ίδια στα καταγώγια κανένας δεν ήξερε. Κανένας δηλαδή δεν ήξερε με σιγουριά. Η μόνη ένδειξη για τα αμαρτήματα ήταν το παρατσούκλι της. Ρόζα, Τορόζα. Κανένας δεν θυμόταν το όνομα της… Ρόζα… Σαν τα κουφετάκια που μας χάριζε στην γειτονιά. Και τα διττά τα μάτια.



Η αλήθεια είναι πως πέραν από την φήμη που κυνηγούσε τις όμορφες, η Ρόζα η Τορόζα δεν έδινε δικαιώματα στην γειτονιά. Ήτανε τύπος και υπογραμμός. Με τα κεφτεδάκια της, με τις νοικοκυροσύνες της, με τα ναζάκια της τα εντός πλαισίων και σπιτικού γάμου. Ποτέ δε ακούστηκε για αυτήν το παραμικρό. Στενή παρέα με τις άλλες γυναίκες της γειτονιάς δεν έκανε ωστόσο ποτέ. Η μόνη που εμπιστευόταν λιγάκι ήταν η γιαγιά μου η Ελενού για την οποία έλεγαν επίσης πως είχε κάποτε κι αυτή ένα κάποιο παρελθόν. Τις θυμάμαι να κάθονται και να λένε μυστικά τον καφέ και να κουβεντιάζουν. Να φτιάχνουν κουλουράκια και να μασουλούνε μυστικά στην αυλή. Με την γιαγιά μου η Ρόζα η Τορόζα ήτανε πάντοτε λιγότερο «κυρία». Ήτανε σαν το γαλανό το μάτι να την εκυρίευε και γινότανε κάτι τις παραπάνω ο εαυτός της. Αλλά στο σπίτι της πάντα επέστρεφε κυρία καστανή.



Η Ρόζα η Τορόζα έκανε και δύο παιδάκια -αγγελάκια αληθινά με μαλλάκια ρούσα σαν τα δικά της, αλλά όχι με μάτια λαμπίρικα και αλλιώτικα. Η γιαγιά μου θυμάται πως ήτανε η πρώτη της κουβέντα σαν την έβγαζε η μαμμού τα μωρά από την κοιλιά. «Τα μάθκια τους?», ρωτούσε πάντα με αγωνία την μαμμού. Για να την πούνε πως ήτανε μια χαρά τα μάθκια τους. Συνηθισμένα. Καστανά. «Συνηθισμένα. Καστανά». Μονολογούσε η Ρόζα η Τορόζα και αναστέναζε ευχαριστημένη καθώς έλεγε να φωνάξουν τον άντρα της να του δείξει το νέο μωρό.



Η Ρόζα η Τορόζα δεν έζησε πολύ. Θυμάμαι πως δεν έφτασε σε βαθιά γηρατειά. Έσβησε κοντά στα πενήντα της, λίγα χρόνια μετά που πέθανε και ο κοντούλης ο άντρας της, από την αρρώστια την κακιά. Είχε πάθει καρκίνο. Θυμάμαι αμυδρά που πέθανε, επειδή είχα άλλα στο μυαλό μου εκείνο τον καιρό και το δέος που μας προκαλούσε είχε ξεθωριάσει. Θυμάμαι ωστόσο πολύ την κηδεία της επειδή εκεί συνέβηκε το τρομερό. Στην εκκλησία, εκεί που έλεγε ο παπάς να δώσει ο κόσμος τον τελευταίον ασπασμό είδαν όλοι μια κοπελάρα να κλαίει και να οδύρεται πάνω από την κάσα της πεθαμένης. Ήταν μια καλλονή, ψηλή κοκκινομάλλα και ντυμένη κάπως άπρεπα για εκκλησία. Θυμάμαι κιόλας πως φορούσε μέσα στην εκκλησιά μαύρα γυαλιά. Και πως όταν τα έβγαλε να σκουπίσει τα μάτια της είδαμε όλοι πως είχε δυο μάτια αλλιώτικα! Το ένα γαλάζιο και το άλλο καστανό. Ίδια όπως της μακαρίτισσας της Ρόζας. Προφανώς συγγενείς. Αδελφή της? Κόρη της?



Ήταν ο γιος της. Ο πρωτότοκος γιος της Ρόζας της Τορόζας. Μόνο η γιαγιά μας ήξερε την αλήθεια και πήρε την κοπελάρα και την άφησε να κάτσει δυο μέρες στο σπίτι μας να στυλωθεί. Αποκαλύφθηκε η αλήθεια στην γειτονιά και έγινε χαμός. Η Ρόζα δούλευε όντως μικρή στα μπαρ. Κι εκεί έκαμε ένα μωρό. Το Ροζούδι το τοροζούδι όπως το έλεγαν τότε. Η γιαγιά μου τα ήξερε. Το Ροζούδι από μικρό είχε δείξει πως ήταν διαφορετικό. «Σαν κοριτσάκι που γεννήθηκε στο σώμα του γιου μου», έλεγε της γιαγιάς μου η Ρόζα. Έπαιζε με κούκλες, έβαφε τα νυχάκια του, ήθελε να ντύνεται με ρούχα γυναικεία. Η Ρόζα η Τορόζα, σοφή γυναίκα, στα μπαρ μεγάλωσε, ήξερε πως δεν μπορούσε παρά να το αφήσει να εξελιχτεί. Και όταν γνώρισε τον κοντούλη που θα την λύτρωνε, άφησε τον γιο της στα χέρια μιας φίλης της. Ο κοντούλης και η γειτονιά δεν θα τον δέχονταν ποτές. Η Ρόζα ποτέ δεν ξέχασε το παιδί της, το συναντούσε του μιλούσε και πλήρωνε μάλιστα με τις οικονομίες της τις θεραπείες που τους αναλογούσαν. Όπως μας έλεγε η γιαγιά, κατηγορούσε τον εαυτό της για την τύχη του και έφταιγε τα αλλιώτικά του τα μάτια. Ποτέ της λόγο κακό για το παιδί της δεν είπε σε κανένα. Τον φρόντιζε όπως μπορούσε από μακριά. Κι ας ήξερε πως η τύχη του, εκείνες τις δύσκολες εποχές, άλλο δεν μπορούσε παρά να είναι προδιαγεγραμμένη. Στην πορνεία κατέληξε, από την πορνεία που με τόσο κόπο γλίτωσε και αυτή.



Αλλά σαν πέθανε η Ρόζα η Τορόζα, και την δεν ένοιαζε να μάθει ο κόσμος την αλήθεια, όρκισε την γιαγιά μου να καλέσει στην κηδεία το αλλιώτικό παιδί για να είναι παρόν όταν θα διάβαζαν την διαθήκη. Πρωτοπόρος η Ρόζα για την εποχή, είχε κάμει διαθήκη και άφηνε την μισή της περιουσία στο παιδί της με τα δύο μάτια. Άδικα φώναζαν τα δύο «αγγελάκια» για την αδικία και την ντροπή. Η Ρόζα η Τορόζα είχε θωρακίσει για τα καλά την τύχη του πρώτου παιδιού της «Για να μην πεθάνει μόνο και εγκαταλειμμένο στην φτώχεια», όπως είπε στον δικηγόρο.



Το Τοροζούδι, πήρε ότι του αναλογούσε και έφυγε από τα αδέλφια του μακριά Κανένας δεν άκουσε ξανά για αυτόν. Το σούσουρο και το σκάνδαλο εξασθένισε σιγά σιγά στην γειτονιά. Μόνο η γιαγιά μου απέκτησε μια μικρή φίλη στον Λυθροδόντα και πήγαινε κάποτε της Κυριακές να ψήσουν καφέ και να κουβεντιάζουν. Να φτιάχνουν κουλουράκια και να μασουλούνε μυστικά στην αυλή.

Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

Ερωτικά- Γιάννης Ρίτσος (δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για να μην αγαπάς)

Θέλω να περιγράψω το σώμα σου. Το σώμα σου είναι απέραντο.
Το σώμα σου είναι ένα λεπτό ροδοπέταλο σ' ένα ποτήρι καθαρό νερό.
Το σώμα σου ένα άγριο δάσος με σαράντα μαύρους ξυλοκόπους.
Το σώμα σου βαθειές νοτισμένες κοιλάδες πριν βγει ο ήλιος.
Το σώμα σου δυό νύχτες με καμπαναριά,
με διάττοντες και μ' εκτροχιασμένα τραίνα.

Το σώμα σου ένα ημίφωτο μπαρ με μεθυσμένους ναύτες και καπνέμπορους•
χτυπάνε στράκες, σπάζουν ποτήρια, φτύνουν, βλαστημούν.
Το σώμα σου ένας ολάκερος στόλος υποβρύχια, θωρηκτά, κανονιοφόροι• θορυβώδεις άγκυρες ανεβαίνουν• τρέχουν νερά στο κατάστρωμα•
ένας μούτσος πηδάει απ' το κατάρτι στη θάλασσα.
Το σώμα σου πολύφωνη σιωπή σκισμένη από πέντε μαχαίρια, τρεις ξιφολόγχες κι ένα σπαθί.
Το σώμα σου μια διάφανη λίμνη, στο βυθό της φαίνεται η λευκή βουλιαγμένη πολιτεία.
Το σώμα σου ένα τεράστιο ακάθεκτο χταπόδι μες στη γυάλα του φεγγαριού
με ματωμένα πλοκάμια πάνω απ' τις φωταγωγημένες λεωφόρους, όπου το απόγευμα

πέρασε αργόπρεπα η κηδεία του τελευταίου αυτοκράτορα.
Πολλά λουλούδια πατημένα μένουν στην άσφαλτο βρεγμένα με βενζίνη.
Το σώμα σου ένα παλιό μπορντέλο της οδού Προαστίου με γριές πουτάνες, βαμμένες
με λιπαρά φτηνά κραγιόνια• φοράνε ψεύτικες μακριές βλεφαρίδες•
είναι και μια νεαρή πρωτόπειρη, ηδονίζεται μ' όλους τους πελάτες,
αφήνει τα λεφτά στο κομοδίνο της, ξεχνάει να τα μετρήσει.

Το σώμα σου είναι ένα ρόδινο μικρό κορίτσι•
κάθεται κάτω απ' τη μηλιά και τρώει μια φέτα φρέσκο ψωμί και μια κόκκινη αλατισμένη ντομάτα• κάθε τόσο χώνει κ' ένα άνθος της μηλιάς στα στήθη της.
Το σώμα σου ένα τζιτζίκι στ' αφτί του τρυγητή,
ρίχνει μια σκιά μενεξελιά στο μελαμψό λαιμό του
και τραγουδάει μονάχο του όσα δεν μπορούν να πουν όλα μαζί τα σταφύλια.
Το σώμα σου είναι ένα ξάγναντο μεγάλο αλώνι στη κορφή του λόφου,
έντεκα ολόλευκα άλογα αλωνίζουνε τα στάχυα της Γραφής•
χρυσάφι τ' άχυρα καρφώνουνε μικρούς καθρέφτες στα μαλλιά σου
και λαμποκοπούν τα τρία ποτάμια όπου μεγάλες μαύρες αγελάδες με αδαμάντινα στέμματα σκύβουν, πίνουν νερό και κλαίνε.



Το σώμα σου είναι απέραντο.

Το σώμα σου απερίγραπτο.
Και θέλω να το περιγράψω,
να το κρατήσω πιο σφιχτά στο σώμα μου,
να το χωρέσω και να με χωρέσει.

Αθήνα 18.11.80 (Από "Τα Ερωτικά" εκδόσεις "ΚΕΔΡΟΣ" (αποσπάσματα) 1981)


(Αφιερωμένο -πάντα!)

Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2011

Cyprus Act: Για το παρκάρισμα στα πεζοδρόμια

Αντιγράφω κι εγώ από το μπλογκ του Μισσαρου που αντιφράφει με την σειρά του από τον dm3k για μία δράση που θα γίνει ενάντια στο παράνομο παρκάρισμα στις 12 Φεβρουαρίου. Ας κάνουμε κάτι επιτέλους για όλους αυτούς που πιστεύουν πως είναι το κέντρο του κόσμου και δεν νοιάζονται για κανέναν άλλο, πεζούς, άτομα με κινητικά προβλήματα, ποδηλάτες, όλους εμάς.

"ΟΣΟΙ ΦΙΛΟΙ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΜΑΣ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΟΥΝ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΜΑΣ ΔΡΑΣΗ ΣΤΙΣ 12 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2011 ΟΠΟΥ ΥΑ ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΗΘΟΥΝ ΟΧΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΝΟΜΟΥΝ ΣΤΑΘΜΕΥΟΝΤΑΣ ΣΕ ΧΩΡΟΥΣ ΑΝΑΠΗΡΙΚΩΝ ΟΧΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΣΕ ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΑ Η ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΜΑΘΟΥΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ CYPRUS ACT ΑΣ ΕΡΘΟΥΝ ΣΤΟ PARKING ΤΟΥ JUMBO ΣΤΗΝ ΛΑΚΑΤΑΜΕΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΩΡΩΝ 11…:00 – 11:30 Η ΑΣ ΕΠΟΙΚΟΙΝΩΝΗΣΟΥΝ ΜΑΖΙ ΜΑΣ ΣΤΟ 99459921"








Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

Thank God It is NOT Friday!

Δεν ξέρω αν είναι σωστό να το ονοματίσω το συγκεκριμένο εστιατόριο –μην μας έρτει καμία μήνυση και δεν είμαστε τώρα για τέτοια- αλλά θα σας το πω περιφραστικά και θα καταλάβετε… Επειδή είναι ενδεικτικό της νοοτροπίας που έχουμε πιστεύω σε αυτό το τόπο για άτομα που έχουν κινητικά προβλήματα. Προχτές λοιπόν πήγαμε σε συγκεκριμένο εστιατόριο στο κέντρο της Λευκωσίας να φάμε για βραδινό. Ας σημειωθεί πως εγώ, λόγω εγκυμοσύνης, έμεινα για καιρό κλεισμένη μέσα, ξάπλωνα αρκετά τους πρώτους μήνες και βγαίνω τώρα λίγο επιλεκτικά, για κανένα φαΐ σε συνδυασμό με την επίσκεψη μας στο γιατρό. Είμαι πλέον μια δυσκίνητη φάλαινα, έγκυος με δίδυμα στον 6ο μήνα αισίως, 13 κιλά πιο βαριά από πριν (και ας σημειώσουμε ποτέ δεν υπήρξα ποτέ και καμιά κοκαλιάρα) με σαφείς οδηγίες από τον γιατρό να αποφεύγω σκάλες. Τι γίνετε λοιπόν όταν το «καθήκον» με καλεί και θέλω να πάω επειγόντως στην τουαλέτα? Και όταν αυτή βρίσκεται στον πάνω όροφο κι εγώ πλέον θέλω 15 λεπτά να βγω μια σκάλα? Ρωτώ ευγενικά αν υπάρχει τουαλέτα για άτομα με κινητικά προβλήματα και ζητώ να την χρησιμοποιήσω. Κανείς δεν μου αρνήθηκε ποτέ. Όταν δηλαδή υπάρχει. Προχτές στο συγκεκριμένο εστιατόριο μου είπαν πως έπρεπε να βγω τις σκάλες επειδή υπήρχε μεν τουαλέτα αλλά «είναι messy», λερωμένη και αχρησιμοποίητη. Κούτσα κούτσα τα κατάφερα… Πήρα τις σκάλες... Αλλά φυσικά δεν θα πάμε ξανά εκεί…


Παρόμοια ιστορία έζησαν κάτι φίλοι μας σε αλυσίδα «ενδόξων» καφέ στην Λευκωσία καθώς και σε προσφάτως ανακαινισμένο κινέζικο με τσουχτερές τιμές. Παντού υπάρχει η ράμπα αλλά κανένας δεν προβλέπει στην συνέχεια…



Η απορία μου είναι για ποιο λόγο το συγκεκριμένο εστιατόριο αλλά και όλα τα υπόλοιπα  έχουν ράμπες στην είσοδο-αναγκάζονται μάλλον όλοι να το κάνουν αυτό πλέον λόγο νόμου. Αφού στην ουσία δεν ευνοούν την επίσκεψη από άτομα με τέτοια προβλήματα. Τι θα έκανε κάποιος με τροχοκάθισμα αν θα ήθελε να πάει τουαλέτα? Ζούμε τελικά σε έναν τόπο όπου επιλέγουμε να αγνοούμαι όλα όσα γίνονται γύρω μας… Και όπου οι νομοθεσίες είναι για το θεαθήναι…