Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Φως...

Και μερικές φορές το μόνο που θέλεις είναι να χωθείς μέσα στον πυρήνα της ύπαρξης σου. Να μπεις μέσα, να μείνεις, να κρυφτείς. Να μην αφήσεις κανένα παράθυρο για κανένα και για τίποτα. Ούτε καν στο φως. Απλώς μπαίνουν από χαραμάδες κάτι δαχτυλάκια, κάτι μικρά ποδαράκια. Σου κλωστούν την πόρτα. Άνοιξε. Δεν μπορείς πια. Ανοίγεις. Ο κόσμος είναι αγνός και καθαρός και ολοφάνερος και γεμάτος φως.

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

Γράμμα στον παλιό αφέντη…

Ο παπάς μου εχτές χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι και έβαλε τις φωνές. «Είναι απαράδεκτον!» είπε. «Απαράδεκτον!». Είχε ακούσει για τις αποκοπές στις συντάξεις στην Ελλάδα. Για τις απολύσεις του κόσμου. Για τους ανθρώπους που χάνουν τα σπίτια τους και περιφέρονται στους δρόμους άστεγοι.

Δεν μπορώ να φανταστώ την ζοφερή εικόνα των ανθρώπων που χάνουν τον κόσμο κάτω που τα πόδια τους, που νιώθουν την ζωή τους να γέρνει, να χάνεται. Να παραμένει ξεκρέμαστη. Άνθρωποι που αυτοκτονούν, που σκοτώνουν τον εαυτό τους. Δεν μπορώ να μην ταυτιστώ με την φτώχεια και την ανέχεια. Δεν μπορώ να μην νιώθω ενοχές.

Άσχετο όσο και σχετικό. Κάτι που διάβασα στο Βήμα σήμερα. Το γράμμα ενός πρώην μαύρου σκλάβου Τζούρντον Αντερσον προς τον πρώην λευκό αφέντη του συνταγματάρχη Πάτρικ Τένεσι Αντερσον, αμέσως μετά τη λήξη του Αμερικανικού Εμφύλιου Πολέμου. Στην Αμερική γιορτάζουν αυτές τις μέρες τον Μήνας Μαύρης Ιστορίας και σχετικές συζητήσεις δίνουν και παίρνουν στο διαδίκτυο. Το γράμμα το έγραψε ο πρώην σκλάβος απαντώντας στον αφέντη του που τον κάλεσε να επιστρέψει πίσω κοντά του για να δουλέψει.



«Ντέιτον, Οχάιο

7 Αυγούστου 1865

Στον παλιό μου αφέντη, συνταγματάρχη Π. Χ. Αντερσον, Μπιγκ Σπρινγκ, Τενεσί

Κύριε,

πήρα την επιστολή σας και είμαι χαρούμενος που δεν έχετε ξεχάσει τον Τζούρντον και που θέλετε να επιστρέψω και να ζήσω και πάλι μαζί σας, με την υπόσχεση να κάνετε το καλύτερο για μένα σε σχέση με οποιονδήποτε άλλον.

Συχνά ανησυχούσα για σας. Πίστευα πως οι Γιάνκηδες (σ.σ: οι Βόρειοι) θα σας έχουν κρεμάσει ως αντίποινα γιατί κρύβατε στρατιώτες της επανάστασης στο σπίτι σας. Υποθέτω ότι δεν έμαθαν ποτέ ότι πήγατε στον συνταγματάρχη Μάρτιν για να σκοτώσετε τον στρατιώτη της Ένωσης που έμενε στον στάβλο του.

Αν και με πυροβολήσατε δυο φορές πριν φύγω και σας αφήσω, δεν ήθελα να ακούσω ότι σας έχει συμβεί κάτι και χαίρομαι που είστε ακόμα ζωντανός. Θα μου έκανε καλό να γυρίσω στο αγαπημένο σπίτι και να δω την κυρία Μαίρη και την κυρία Μάρθα και τον Aλεν, την Eστερ, τον Γκριν και τον Λι. Δώστε την αγάπη μου σε όλους και πείτε τους ότι ελπίζω να συναντηθούμε και πάλι σε έναν καλύτερο κόσμο, αν όχι σε αυτόν. Θα ερχόμουν να σας δω όλους, όταν δούλευα στο νοσοκομείο του Νάσβιλ, αλλά ένας από τους γείτονες μου είπε ότι ο Χένρι είχε σκοπό να με πυροβολήσει ξανά αν του δινόταν η ευκαιρία.

Θα ήθελα να ξέρω ποια ακριβώς είναι η καλή ευκαιρία που προτίθεστε να μου δώσετε. Τα πηγαίνω αρκετά καλά εδώ. Παίρνω 25 δολάρια το μήνα, φαγητό και ρούχα. Έχω ένα άνετο σπίτι εδώ για την Μάντι (σ.σ: εννοεί τη γυναίκα του) -που οι άνθρωποι εδώ την φωνάζουν κυρία Αντερσον- και τα παιδιά, η Μίλι, η Τζέιν και ο Γκράντι, πηγαίνουν στο σχολείο και τα πάνε αρκετά καλά.

[…] Κάποιες φορές ακούμε τους άλλους να λένε για εμάς στο Τενεσί «Αυτοί οι έγχρωμοι ήταν κάποτε σκλάβοι». Τα παιδιά στεναχωριούνται όταν ακούνε τέτοια σχόλια, αλλά τους λέμε ότι στο Τενεσί δεν ήταν ντροπή να ανήκεις στον συνταγματάρχη Αντερσον. Και πολλοί σκουρόχρωμοι θα ήταν περήφανοι, όπως εγώ, να σε αποκαλούν «αφέντη». Τώρα, αν μου πεις τι μεροκάματο θα μου δίνεις, θα μπορούσα να αποφασίσω καλύτερα αν είναι προς όφελός μου να επιστρέψω. Ωστόσο, σχετικά με την ελευθερία μου, που μου λέτε ότι μπορώ να έχω, δεν μου προσφέρετε κάτι καινούργιο, καθώς πήρα τα χαρτιά της ελευθερίας μου το 1864 από το τμήμα στο Νάσβιλ.



Η Μάντι λέει πως φοβάται να γυρίσει πίσω χωρίς κάποια απόδειξη από εσάς ότι θα μας συμπεριφέρεστε δίκαια και με καλοσύνη και καταλήξαμε πως πρέπει να ελέγξουμε την ειλικρίνειά σας ζητώντας σας να μας στείλετε τους μισθούς μας για τα χρόνια που σας υπηρετήσαμε. Αυτό θα μας κάνει να ξεχάσουμε και να σας συγχωρέσουμε για όλα όσα έχουν γίνει και να βασιστούμε σε μία δίκαιη σχέση και στη φιλία σας στο μέλλον. Σας υπηρέτησα πιστά για 32 χρόνια, ενώ η γυναίκα μου για άλλα 20. Με 25 δολάρια το μήνα για εμένα και δύο δολάρια για την Mάντι την εβδομάδα, οι μισθοί μας φτάνουν στα 11.680 δολάρια. Σε αυτά προσθέστε τους τόκους για την καθυστέρηση της καταβολής των μισθών μας και αφαιρέστε τα ρούχα που μας δώσατε, τις τρεις ιατρικές επισκέψεις για εμένα και το ένα δόντι που έβγαλε στη Μάντι. Το υπόλοιπο είναι το δίκαιο ποσό που πρέπει να λάβουμε.



[…] Αν δεν μπορείτε να μας πληρώσετε για την αφοσιωμένη δουλειά μας στο παρελθόν, δεν μπορούμε να πιστέψουμε της υποσχέσεις σου για το μέλλον. Ελπίζουμε πως ο καλός Δημιουργός σας έχει ανοίξει τα μάτια και μπορείτε να δείτε όλες τις αδικίες που διαπράξατε, εσείς και οι πρόγονοί σας, σε μένα και τους πρόγονούς μου, αναγκάζοντάς μας να δουλεύουμε για εσάς για πολλές γενιές χωρίς ανταμοιβή.

[…] Θα προτιμούσα να μείνω εδώ και να λιμοκτονήσω -ή ακόμη και να πεθάνω- από το να ντροπιαστούν τα κορίτσια μου από τη βία και την κακία των αφεντικών τους.

[…] Χαιρετίστε τον Τζόρτζ Κάρτερ εκ μέρους μου και πείτε του πως τον ευχαριστώ που πήρε το πιστόλι από τα χέρια σας όταν ήσασταν έτοιμος να με πυροβολήσετε



Από τον παλιό σας υπηρέτη,

Τζούρντον Αντερσον»