Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

Εν με παίζουν...

Ετσακώθηκα με κάτι φίλες μου… βασικά έκαμα ένα λιγάκι πικροχολέ σχόλιο για τους δασκάλους που παραπονιούνται συνέχεια στο φέισμπουκ καθώς τελειώνουν οι διακοπές τους  («ΑΑΑΑ!!!!ακόμα 24 μέρες και ανοίγουν τα σχολεία!!!!», «Τρεις βδομάδες και πόψε!!!Γιατίιιιιι», «Ακόμα δύο βδομάδες και πάμε πίσω στα βάααααασανα!»)… τέτοιο το νόημα… βασικά είπα «σιγά ρε φίλοι  δάσκαλοι! Κάνετε δύο μήνες το καλοκαίρι διακοπές! Εμείς με το ζόρι δύο βδομάδες»… σχολίασε εν αγνοία μου ένας φίλος μου πως οι δάσκαλοι κάνουν την πιο εύκολη δουλειά του κόσμου και κάνουν και τέσσερεις μήνες διακοπές (με το οποίο δεν συμφωνώ… δεν σχολιάζω τις δυσκολιές που αντιμετωπίζει ο καθένας στην δουλειά του. Σχολιάζω πως είναι προκλητικό να κλαίεις και να οδύρεσαι δημοσίως για την δουλειά σου και ειδικά για έναν που το πιο εύκολα κομμάθκια της…) … με τα πολλά πήραν φωτιά τα σχόλια καθώς εγώ αμέριμνη ετοίμαζα κλαίγοντας τα διδυμάκια για το πανεπιστήμιο (σόρρυ, το νηπειαγωγείο)… όταν η πτωχή πλην τίμια πήγα να μπω στο φέισμπουκ γινόταν ένας μικρός χαμός και κακώς (παραδέχουμαι!!) εσχολίασα σε κάποιους που παρομοίασαν μια  μέρα στο σχολείο όπως μιαν ημέρα στην εντατικήν (I don’t think so) ότι εκείνοι διάλεξαν αυτό το επάγγελμα… Προς υπεράσπιση... εσκοτώθηκα να πιάσω τρεις μέρες άδεια να πάρω σχολείο τα μωρά... τζαι ας επαναλάβω πως δεν σχολιάζω την δυσκολίατης δουλειάς  ή οτιδήποτε… τα γέριμα που ελάλεν τζαι  ο παππούς μου! Εσχολίαζα που παραπονιούντασιν  που τους εμείναν τρεις βδομάδες διακοπές και τι μεγάλη εν η συμφορά που πάσιν πίσω σχολείο!! Τέλος πάντων. Μια φίλη μου, δασκάλα, που μένει πλέον εξωτερικόν νευρίασε μαζί μου και τα έχωσε πως δεν είμαι καλή φίλη με βάση το σχόλιο αυτό. Η τύπαινα του εξωτερικού ήρθε προχτές Κύπρο και κανονίζει συναντήσεις με άλλους και εμένα με αφήνουν εκτός! Σήμερα έπιασα μια φίληνα βρεθούμε  και έμαθα πως ήταν στο πάρκο με την φίλη του εξωτερικού και μια άλλη με τα μωρά τους και εμένα δεν με κάλεσαν… νιώθω λίγο σαν πεντάχρονο που το άφηκαν έξω που το παιχνίδι και δεν θέλουν να το παίξουν… είναι η δεύτερη φορά στην -ενήλικη- ζωή μου που δεν με παίζουν και νοιώθω λιγάκι πληγωμένη… Είμαι καλή φίλη… αλήθκεια! Να περαυτολογίζω –αυτόλιβανιστώ λίγο…  αγαπώ τους άλλους, νοιάζομαι, κρατώ επαφή τζαι κάμνω γλυκίσματα στα γενέθλια των μωρών τους (ακόμα τζαι σε φάση που νόμιζα εν θα γίνω ποτττέ μου μάνα!)… τέλος πάντων… είπα να τα γράψω να νιώσω λίον καλύτερα… επίσης αποφάσισα να γράφω γενικά Κυπριακά… άσχετο… δεν είναι πως μου λείπουν οι άνθρωποι ή η αγάπη στην ζωή μου… ευτυχώς εν είμαι πέντε χρονών… αλλά πάλαι λυπάσαι όταν εν σε παίζουν…

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

Οι φωτογραφίες του κόσμου της...

Οι φωτογραφίες ήταν ο κόσμος της. Απέθαντος κόσμος. Αιώνιος. Μόνιμος. Μια σταθερά. Η σταθερά της. Η ίδια ήταν πάντα η ίδια εκεί. Αναλλοίωτη. Αχάρακτη. Απείρακτη. Από τους ανθρώπους, τον χρόνο, τον εαυτό της.

 

Οι φωτογραφίες ήταν ο κόσμος της και τις είχε πάντα μαζί της. Άλλες στριμωγμένες στα συρτάρια του γραφείου της, άλλες στην μεγάλη τσάντα που κουβαλούσε πάντα μαζί της. Άλλες κρυμμένες καλά στα ντουλαπάκια της κουζίνας. Πίσω από το καλό σερβίτσιο του τσαγιού, προστατευμένες από το φως του ήλιου, την καθημερινή χρήση, το απρόσεχτο χέρι που θα μπορούσε να καταστρέψει το σύνολο. Ήταν πάντα μαζί της. Προσβάσιμες. Κάπου που θα μπορούσε να της αγγίξει εύκολα, να τις προσεγγίσει, να τις πάρει στα χέρια της. Να τις νοιώσει. Την σταθερά. Την σταθερά της.

 

Κάποιοι φυσικά κορόιδευαν αυτή την επίμονη εμμονή της. Κυρίως επειδή επρόκειτο για φωτογραφίες μονάχα τους εαυτού της. Δεν ήταν ας πούμε εικόνες του παιδιού της, του πρώτου της άντρα, μιας φίλης της. Ακόμα και οι φωτογραφίες που είχε, από τους δύο τις γάμους, απεικόνιζαν μονάχα εκείνη. Χωρίς τους συζύγους. Νύμφη ανύμφευτη. Ουσιαστικά άνευ ανδρός. Ανύπαντρη. Με το χλωμό νυφικό στην μια. Με το άσπρο ταγιέρ στην άλλη. Να χαμογελά με τα γλαρά της τα μάτια.

 

Επειδή κυρίως από τα μάτια χαμογελούσε. Το έλεγαν όλοι. Αυτής γελούσαν τα μάτια της. Όχι το στόμα, τα μάτια. Εκείνα τα τσακιλωτά, τα πρασινοκαφέ, τα μεθυσμένα, που μοίραζαν πάντα κρυφές υποσχέσεις. Τα κολασμένα. Στα αλήθεια από τις φωτογραφίες κι εκείνη, τα μάτια της κοίταζε πρώτα. Από τα μάτια θυμόταν την «σκηνή». Το περιστατικό της φωτογραφίας. Από τα μάτια της θυμόταν και ποιος ήταν μαζί της. Στην «σκηνή». Από τα μάτια. Αν ήταν ερωτεύσιμα, ήταν ο Τάκης, ο Σάκης, ο Λάκης. Μια αδυναμία την είχε στους δισύλλαβους άντρες. Που ήταν συνήθως κοντοί, και λαϊκοί. Αναλώσιμοι. Δισύλλαβοι. Τους ξέχναγε εύκολα. Αν ήταν ένοχα ήταν με μεγάλα ονόματα. Κωνσταντίνοι και Αλέξανδροι και συνήθως παντρεμένοι. Αν ήταν βαριεστημένα ήταν με την μάνα της. Αν τα πλημμύριζαν τύψεις, με τον γιό της που τον εγκατέλειψε, για να ζήσει βρε αδελφέ την ζωή της. Για να βγάλει φωτογραφίες.

 

Αυτές βασικά τις έμειναν τώρα. Να τοις κοιτάζει. Και να τις προστατεύει. Από ορατούς και αόρατους κινδύνους.

Ορατός κίνδυνος ήταν ο δεύτερος άνδρας της. Μιχάλης. Τρισύλλαβος. Ενδιάμεση κατάσταση. Μέτριος σε όλα του. Λίγο λαϊκός και λίγο μεγάλος και λίγο παντρεμένος. Τον χώρισε, αυτή και τα μάτια της, και τον πήρε. Να την φωτογραφία της γνωριμίας τους. Τρισύλλαβη κι αυτή. Όπως και η έκφραση στα μάτια της. Δουλεία. Επειδή είχε αποφασίσει να του υποδουλωθεί. Να παντρευτεί τον τρισύλλαβο και να ησυχάσει. Δεν ησύχασε όμως. Προέκυψε ζηλιάρης και απαιτητικός. Πραγματική υποδούλωση. Κάποτε κιόλας την χτυπούσε. Την ζήλευε. Είχε τα νεύρα του. Ακόμα και οι φωτογραφίες κινδύνευαν μαζί του και κάποιες πέθαναν κάτω από τα οργισμένα του δάχτυλα.

 

Αόρατοι κίνδυνοι. Ο χρόνος. Τις κιτρίνιζε. Τις προσέγγιζε ύπουλα και τις κατέστρεφε. Δεν έξαιρε τι να κάνει. Πώς να τον αντιμετωπίσει. Ειδικά με εκείνες τις πρώιμες έγχρωμες, που έτρεψε να τις τραβήξει πρώτη. Έφθιναν, έλιωναν, διαλύονταν μπροστά στα μάτια της, η μορφή της ξεθώριαζε και ανησυχούσε.

 

Το καλύτερο της ήταν πάντα οι μαυρόασπρες. Αν και έκρυβαν τι χρώμα είχαν τα μάτια, αναδείκνυαν πάντα  την υποσχετική τους. Και τις υποσχέσεις. Μισόκλειστα, ξελιγωμένα, αμαρτωλά. Δεν θέλει χρώμα η αμαρτία. Λέξη που ξεγελά αλλά με τέσσερις κοφτές συλλαβές. Μεγάλη λέξη. Τετρασύλλαβη. Κατάμαυρη. Αμαρτία.

 
Οι φωτογραφίες ήταν ο κόσμος της. Ακόμα και όταν θα πέθαινε, το είπε στον τρισύλλαβο, να τις τες βάλει μαζί της. Να την συντροφεύουν. Και στο μνήμα πάνω, να μην βάλλουν μια σύγχρονη. Να φαίνεται αναλώσιμη, χαραγμένη, πειραγμένη. Εβδομήντα χρονών. Ήδη ξεχώρισε ποιάν θέλει. Είναι μαυρόασπρη και είκοσι χρονών. Τα μάτια τα γλαρά μισόκλειστα, ξελιγωμένα. Με την αμαρτία. Κι ας έδιναν την υποσχετική για το που θα κατέληγε μετά θάνατο. Την κόλαση δεν θα την γλίτωνε, το ήξερε. Υπήρχαν τεκμήρια. Τα μάτια της. Λιγωμένα. Σε φωτογραφίες. Χιλιάδες φωτογραφίες. Ο κόσμος της. Ας ήταν τουλάχιστον αυτή τουλάχιστον η ανταμοιβή της. Ας την υπηρετούσαν τουλάχιστον κι αυτές μία φορά. Οι φωτογραφίες. Ήταν ο κόσμος της.

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

Καλή αρχή στη νέα μας ζωή!!

Πόσο με εκνευρίζουν οι μεταβατικές περίοδοι, οι φάσεις προσαρμογής και τα χρονοδιαγράμματα… τέτοια είναι και η μέρα η σημερινή. Ήμουν η ετοιμόρροπη μάμα που έκλαιγε αφήνοντας τα μωρά της στο νηπιαγωγείο. Ρεζιλίκια ολκής. Ποιος έχασε την ψυχραιμία να την βρω εγώ? Παρολίγον να κλαμουρίσω τα άλλα μωρά. Με εφυγάδεψε η νηπιαγωγός. Και τώρα είμαι στο σπίτι. Σε ένα σπίτι ήσυχο. Σιωπηλό. Η πρώτη ώρα έχει περάσει. Η πρώτη δυσκολία ανήκει στο παρελθόν. Βιώνουμε και πάλι ένα νέο απογαλακτισμό… Που είναι καλό για όλους μας…Μεγαλώνουμε και οι τρεις…  Ζουζουνάκια μου καλή αρχή στη νέα ζωή! Καρδούλες μου μικρές η ζωή είναι ωραία, πολύχρωμη και όμορφη και μόλις κάνατε ένα βήμα στο ωραίο της μονοπάτι! Καλή αρχή σε όλους μας…

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012

Άνοιγμα στη ζωή…




Τα διδυμάκια που Δευτέρας αρχίζουν νηπιαγωγείο. Αρχίσαμε ήδη τις ετοιμασίες, θα αγοράσουμε αύριο και τις τσαντούλες, θα πάρουμε πανάκια ρούχα και πετσέτες στο σχολείο και θα ανοίξουμε την πόρτα ενός νέου κόσμου. Η καρδιά μου σπαράζει και δεν θέλω να τα αφήσω να φύγουν. Πώς θα είναι για αυτά η νέα μεγάλη αλλαγή? Θα κλαίνε? Θα νιώθουν πάλι πως τα εγκαταλείπω? Θα συνηθίσουν εύκολα τις νέες καταστάσεις? Θα είναι σε ένα κόσμο που θα τα αγαπούν? Θα τα φροντίζουν όσο πρέπει? Κι αν τα σπρώξουν, και να τα δείρουν, αν δεν τα παίζουν τα άλλα παιδάκια? Πώς εντάσσονται δύο βρέφη σε μια μικρή κοινωνία άλλων μωρών? Θα κάνουν φίλους? Θα προστατεύει το ένα το άλλο? Τουλάχιστον θα έχουν το ένα το άλλο… Ελπίζω να πάνε όλα καλά… αλλά από Δευτέρας… δεδομένο… θα κλαίμε και οι τρεις…



Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

Το σύστημα... Β

Συνέχεια από το προηγούμενο…


Η είδηση για την νεοφερμένη με τα παράξενα κουσούρια και το γκρίζο το ταγιέρ έκαμε αστραπιαία τον γύρο της γειτονιάς. Σε λίγες ώρες είχαν όλες τις πληροφορίες και τα γεγονότα μαζεμένα. Ήταν δασκάλα με άντρα καθηγητή μαθηματικών (μαθηματικών???), μετακόμισαν στην περιοχή επειδή εδιορίστηκε στο σχολείο τους που θα άρχιζε τον Σεπτέμβρη, (ναι υπήρχε πιθανότητα να εν η δασκάλα για τα μωρά τους και να τους κάμνει και κάστια!), επήγαινε στη δουλειά με αυτοκίνητο και ήταν ιμις 37 χρονών και ας εφαίνετουν καλοδιατηρημένη και 27άρα!! Τούτα ούλα τα έμαθε βασικά η κα Αντρούλα η Παχιά αλλά εφροντίσαν και οι άλλες να μάθουν σιγά σιγά πληροφορίες για να χτίσουσιν την εικόνα. Μια εικόνα που δεν τους άρεσε καθόλου που την ενίσχυε κιόλας η συμπεριφορά της δασκάλας. Έκαμε παρατήρηση της κας Βυζατζιότισας ότι εγόραζεν λάδιν για να τηγανίσει το κοτόπουλο (εμείς το κάνουμε στην σχάρα!)… Είπεν της κα Μαρτούς πως δεν πιστεύει σε έτσι πράματα όπως τον καφέ και εξάλλου διάβαζε στα περιοδικά το ωροσκόπιο (το ποιο?)… Έπεισε της κα Λωξανδρού να πάει σε γιατρό και το χειρότερο? Είπεν της κα Αντρούλας ότι πρέπει να αδυνατίσει!

«Μα ποια? Η κα Αντρούλα?», ρώτησε ο κος Βασίλης ο συντεχνιακός. Του εμετέφερε τα καθέκαστα η γυναίκα του η κα Παναγιώτου. Έτρωγε τα βαζάνια του με το λάδι και το σκόρντο, τα βουτημένα στην τομάτα και τις παπατούδες τις γιαχνιστές και άκουγε με μισό μάτι (ή μάλλον στόμα) την γυναίκα του να σαλαβατά για την δασκάλα. Ενευρίασε η Παναγιωτού, ετράβησεν του το πιάτο μακριά, έμεινεν ο καημένος με το ψουμί το αθηαινήτικο στο χέρι να στάζει. «να μπο σιόρ?», ενευρίασε και ο ίδιος.

«Άκουμε με» λαλεί του η κα Παναγιωτού. Δώσε προσοχή! Εν είναι αστεία τα πράματα. Είσαι ο συντεχνιακός. Έχεις ευθύνη! Η δασκάλα εν μια νεκατώστρα. Ενεκάτωσεν την γειτονιά, αλλάσει την τάξη των πραμάτων. Πρέπει να φύει!».

«Τζαι τι θέλεις να κάμω εγώ σιόρ?», είπεν νευριασμένα ο Βασίλης και ετράβηξε πίσω το πιάτο του (κάμνει τα λουκούμιν η γέρημη εσκέφτηκεν τα βαζάνια), «πώς να την διώξω? Να την σκοτώσω?»

«Εν είπεν κανένας να της κάμεις κακό», είπεν με μισό στόμα η κα Παναγιωτού. «Να την μεταθέσεις λαλούμεν»…

«Τζαι ποιος είμαι εγιώ καλέ? Ο Υπουργός παιδείας?», επήρεν τα για τα καλά ο Βασίλης. «Τζαι στο κάτω κάτω τι έκαμε η γεναίκα? Αμφισβήτησεν την τάξη σας τζαι πως κάμνετε τα πράματα? Εν που είπε της πασσιάς να χάσει κιλά? Ή που έστειλεν την φτωχήν Λωξανδρού να πάει στον γιατρό? Εν που ζηλεύκετε! Τζαι να με παραιτήσεις!»

Η κα Παναγιωτού, ενευρίασε, εσκούλησεν την ο θυμός, αλλά εξεσκουλήστηκεν άμεσα και έβαλε κάτω τα μεγάλα μέσα. «Όπως νομίζεις Βασίλης. Ποια είμαι εγώ να αμφισβητήσω την δασκάλα? Εν τζαι μορφωμένη και νέα τζαι ξέρει πολλά. Μπορεί να έχει και δίκαιον σε τζείνα που λαλεί», είπε με αδιάφορη φωνή. «Είδες?», λαλεί της ο Βασίλης. «Κάμε τωρά έναν καφέ τζαι φέρε το δίπλα να δω την Χαραυγή».

(Όπως τα έργα που θα σου ξανακάμω βαζάνια) εσκέφτηκεν η κα Παναγιωτού τζαι έγνεψεν του «Εντάξυ»… Μετά όπως έκαμνεν τον καφέ εφώναξε του που μέσα. «Αλλόπως καλό τζαι τζείνα που λαλεί για το σύστημα εν σωστά», είπε αδιάφορα…

«Ποιόν σύστημα πάλε?»

«Ε, το δικό μας. Το κομμουνιστικό. Λαλεί τούτα ούλα εν πελάρες και ιμίς οι δικοί μας στην Σοβιετική καταπιέζονται τζαι εν έχουν ελευθερίες»…

«Τι λαλείς σιόρ?», ενεύριασεν ο Βασίλης. «Ποια τα λαλεί τούτα? Τι λαλεί ακριβώς?», ανησύχησεν ο Βασίλης.

«Εν ηξέρω Βασίλη! Εν η δασκάλα που τα λαλεί. Εγιώ είπα της, που επίαμεν πέρσι τζαι πρόπερσι. Για την Βουλγαρία, για τον κόσμο που πάει σκολία τζαι πανεπιστήμια. Για την Ρουμανία που φροντίζει η κυβέρνηση να περνά καλά ο λαός. Αλλά τι να σου πω. Εν με επίστευκεν. Εν πελάρες λαλεί τζαι κάποτε τούτο ούλον το σ΄συτημα εν να καταρρεύσει!»… Η κας Παναγιωτού έβαλε τον καφέ στο φλυτζανάκι. Έκαμενν τον καλόν και ωραίον. Και τον άντρα της επίσης. Είδεν τον να δρώνει. Να βάλει το δακτυλούδιν του στον γιακά και να τον τραβά. Ελυπήθηκε τον. Άνοιξε την φίζα και έβαλε του κι ένα γλυκό βαζανάκι (γενικά επέρναν της σε ούλες τις μορφές το βαζάνι)… Επήρε του τον καφέ και ετοιμάστηκε να τον αποτελειώσει. «Έτσι λαλεί ναι… Ξέρω…Ποια είμαι εγώ να αμφισβητήσω την δασκάλα? Εν τζαι μορφωμένη και νέα τζαι ξέρει πολλά. Μπορεί να έχει και δίκαιον σε τζείνα που λαλεί».

Ενευρίασεν ο Βασίλης. Ήπιεν τον καφέ μονορούφι και επίεν στο τηλέφωνο. Μιλούμεν εξήχασεν να φάει και το βαζανάκι! Έτσι κακόν η δασκάλα!! Να αμφισβητεί το σύστημαν! Επίεν αποφασιστικά το τηλέφωνο τζαι εχαμογέλασεν. Θα εκανόνιζεν καλά την δασκάλα. Πύρκος!

Για όσους εν ηξέρουσιν… Την Τυλληρίας… «Έλα Σαββή? Ο Βάσος…»

Κυριακή 29 Ιουλίου 2012

Το σύστημα ...Α

Μέχρι τα 17 μου νόμιζα πως ο κόσμος αποτελείται από σπίτια φτωχικά, βουτηγμένα στην παρακμή, μεροκαματιάρηδες που σχόλαζαν από τα εργοστάσια στις 4 το απόγευμα και έτρεχαν νηστικοί να φάνε βραστά φασόλια, νοικοκυρές μανάδες που κρατούσαν το σπίτι με χίλια ζόρια, με 5 λίρες μεροκάματο, με ξύλο από τους συζύγους, με κουτσομπολιά και γλυκό καρυδάκι. Υπήρχε πάντα κάποια να χαλάει την πιάτσα και το σύστημα. Η γυναίκα του αστυνομικού! Η κα Χαρούλα που ήταν άνετη, φόραγε συχνά καινούργια ρούχα και είχα τα παιδιά της δύο ζευγάρια παπούτσια γυμναστικά. Η η  κα Παναγιωτού του συντεχνιακού. Αυτή το έπαιζε φτωχιά και συμπονετική, κυρίως όταν πλησίαζαν εκλογές, αλλά να τα ταξίδια στις Ρουμανίες και τις Βουλγαρίες και τα καινούργια σκότα για τον σύζυγο. Όπως και να έχει… ακόμα και αυτές «οι πλούσιες» συμβάδιζαν ανελλιπώς με τις άλλες λες και υπήρχε ένας άγραφος και απαράβατος όρος στην γειτονιά: Ήταν όλες χοντρούλες και λιγάκι παρηκμασμένες από τα 25  τους. Καμιά δεν πήγαινε εκκλησία τις Κυριακές, καμιά δεν δούλευε, καμιά δεν οδηγούσε αυτοκίνητο. Καμιά δεν εμπιστευόταν πολύ τους γιατρούς. Για όλα υπήρχε μια καλή και εύκολη λύση και τα προβλήματα ελύνουνταν άμεσα, μακριά από τα βλέμματα και τις έγνοιες των αντράδων τους. Αν κάποια πήγαινε να αρρωστήσει ή της πάθαινε κάτι το παιδί, θα πήγαινε στην κυρία Λωξανδρού να της κάμει τα γνωστά της γιατροσόφια. Αν είχε άλλα ζητήματα και προβλήματα αγάπης θα πήγαινε στην Κα Μαρτού να της πει τον καφέ και να της κάμει τα δικά της. Για συνταγές ήταν η Βυζατσιότισα (εκ Βυζακιάς ορμώμενη και έχουσα και το ανάλογο στήθος). Για προβλήματα συζυγικά ή και δεμένα προξενιά  κα Αναστασία με τρία διαζύγια και εφτά φίλους που ήταν και καπνίστρια. Και για θέματα στάιλινγκ η κυρία Αντρούλα η επονομαζόμενη και η Παχιά. Η ράφταινα της γειτονιάς, που μπορούσε να σου να σου φέρει τον κόσμο ανάποδα και να σου φτιάξει ταγεράκι με το πάφτηνο το ρούχο που αγόρασες μισοτιμής από τον Αρμένη στην Ονασαγόρου και να σου το κάμει να μοιάζει με πραγματικό ταγιέρ. Μιλώντας για ταγιέρ ήταν αυτό ακριβώς που έγινε η ρίζα του κακού και οδήγησε στον εξοβελισμό της Περσεφόνης της δασκάλας. Ήταν ταγιέρ μάλινο, από ύφασμα καλό, ντε πιές ιμίς αγορασμένο από την Λήδρας από το καινούργιο κατάστημα με τα ετοιματζίδικα που το οποίον εψούμνιζαν οι λεφτούδες και που ακόμα και η κα Χαρούλα με τόσα λεφτά από τον μιστό του αστυνομικού δεν τολμούσε να αγοράσει! Ήταν γκρι με ωραία μαύρα κουμπιά και πιέτα στην φούστα πίσω, καλοβαλμένο και γουστόζικο που η Περσεφόνη το πήρε στην κα Αντρούλα να της το μαζέψει «επειδή έχασα 3-4 κιλά και  θέλει στένεμα». Η Αντρούλα η επονομαζόμενη και παχιά, διηγιόταν στην κα Μαρτού την ιστορία λαλώντας τα απίστευτα. «Να την λύει η μύλα μου κα Μαρτού μου. Να μου λαλεί έχασε κιλά να νομίζω πως εν άρρωστη τζαι τούτη να λαλεί έκαμε δίαιτα! Τι σημαίνει δίαιτα? Επάχυνε λαλεί και έκοψε το φαϊ να παστήνει!». Έκοψε το φαί? Πως γίνεται να έκοψε το φαί εσκέφτετουν η κα Μαρτού, που θυμάται ακόμα που μωρό εδίαν της η μάνα της κουφετούες του μπακάλι με ξεροκόμματο και της έλεγεν «Μαρτού μου να σκέφετσαι πως η κουφέτα σου εν τυρί, η κουφέτα σου εν λούτζα, η κουφέτα σου εν πατατούες γιαχνί!... Έκοψεν το φαι! Και να ήταν μόνο τούτον. Εδούλευκεν λαλεί σου. Ήταν δασκάλα! Και είχε και άδεια και οδηγούσεν και αυτοκίνητο. Και έτυχε να έρτει την ώρα που της έσαζεν το ταγιέρ η κα Σοφούλα να πει της Αντρούλας να της δώσει γλυκό καρυδάκι να βάλει του μωρού της πάνω στα χείλη που έωγαλε μπαμπυλούδες που το ρουσόυδιν και να τους κοιτάζει με το μισό της και να τους λαλεί  «αυτά τα πράματα εν ανοησίες» και να πάρουν το μωρό στο γιατρό ιμίς « για διο μπαμπουλούδες και για το ρουσούδιν!!», να πληρώσουν τον μισθό ενός σπιτιού να τους πει ο γιατρός αν το έχουν στα σκοτεινά για να χαρεί η Περσεφόνη που μου εφόραν και γκρίζα ταγιέρ!

(συνεχίζεται)

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

«Η ηλικία των 33 η πιο ευτυχισμένη στη ζωή του ανθρώπου»

«Η ηλικία των 33 η πιο ευτυχισμένη στη ζωή του ανθρώπου»


Νομίζω πρέπει να σταματήσω να διαβάζω εφημερίδες! Και αν μην λαμβάνω υπόψη τις έρευνες που δημοσιεύουν. Η τελευταία που διάβασα σήμερα στο ΒΗΜΑ αναφέρει πως «Η ηλικία των 33 η πιο ευτυχισμένη στη ζωή του ανθρώπου»! Σύμφωνα με την έρευνα στην ηλικία αυτή το άτομο αποτινάσει την ξέφρενη συμπεριφορά που είχε ως άγριο νιάτο χωρίς να έχει κουραστεί από την ίδια την ζωή. Στην ηλικία αυτή το άτομο έχει σπουδάσει, είναι χαρούμενο που έχει βρει δουλειά, έχει δημιουργήσει οικογένεια, έχει βιώσει την χαρά της γέννησης ενός παιδιού χωρίς να έχει κουραστεί ή να έχει μπουχτίσει από όλα αυτά.


Ενδιαφέρον. Εγώ που σε τέσσερεις μήνες κλείνω αισίως τα 37 (μην ανησυχείτε, όλοι μου λένε πως δεν μου φαίνεται!) προφανώς ήμουν πολύ πιο ευτυχισμένη πριν τέσσερα χρόνια. Μπούρδες…

Είναι παράξενη ωστόσο η ζωή. Το σκέφτομαι πολύ τον τελευταίο καιρό. Στις σπάνιες στιγμές της γαλήνης, την μοναξιάς πλέον, της σιωπής που την πεθύμησα λιγάκι… σκέφτομαι… Είμαι ευτυχισμένη? Και τελικά τι είναι η ευτυχία? Μήπως οι μικρές εκείνες στιγμές που νιώθεις πως θα σπάσει η καρδιά σου από αγάπη? Η γαλήνη της αγκαλιάς της αγάπης σου. Τα παιδικά μου τα κεφαλάκια… Το κράτημα από τα χεράκια τους, το πνεύμα της εμπιστοσύνης. Ή τα πιο κοινά. Που μου φτιάχνεις το σάντουιτς μου το πρωί. Που μου έφερες ένα ποτήρι κρασί στο δείπνο. Που είσαι δυνατός και με αγαπάς. Οι φίλοι που τελικά είναι εκεί με τα δικές του υπαρξιακές αγωνίες… Ο χρόνος που περνά… Αδυσώπητος… και ξαφνικά θα γίνεις 37! Η ρουτινιάρικη ζωή, τα πλυντήρια, το μαγείρεμα, το σπίτι, τα ρούχα, εσύ ως γυναίκα, οι δίαιτες και πάλι… τα βιβλία, οι ταινίες σου, η μουσική… Αυτά που έκανες, που έζησες, που έσφαλες… αυτά που δεν θα προλάβεις… αυτά που κάνεις…

Πότε είσαι ευτυχισμένος τελικά?