Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Για το φίλο μου τον Λεβέντ...

Η φωνή ακούγεται από μακριά. Μου παίρνει λίγη ώρα να αντιληφθώ ότι μου μιλάει ο Λεβέντ. Κι ότι ουσιαστικά βρίσκεται μόνο λίγα λεπτά μακριά από το σπίτι μου. Εγώ Καϊμακλί, αυτός στην Ομορφίτα. «Έχω μια δουλειά, χρειάζομαι αυτό και εκείνο. Μπορείς να με βοηθήσεις, να με πετάξεις με το αυτοκίνητο, να σταθείς δίπλα μου σε αυτή τη στιγμή;».


Φυσικά και μπορώ Λεβέντ. Θα έρθω να σε παραλάβω με το αυτοκίνητο. Θα σε περιμένω στο Λήδρα Πάλας να τελειώσεις από τις διαδικασίες. Θα σε υποδεχτώ στο δρόμο, θα σε φιλήσω, θα σε ρωτήσω για τη μαμά σου και θα πάρω με συγκίνηση το εκμέκ κατεΐφι που πάντα αυτή μου στέλνει. Θα σε μεταφέρω με το αυτοκίνητο να τελειώσεις τις δουλειές σου. Θα σταθώ δίπλα σου, θα σε βοηθήσω. Θα παλέψω για σένα. Αλήθεια. Μετά θα πάμε να πιούμε καφέ. Θα μαλώσουμε ποιος θα πληρώσει το λογαριασμό. Θα καθίσουμε μετά να κουβεντιάσουμε τη ζωή μας. Πώς πάει η δουλειά Λεβέντ, τι γίνεται με την οικογένεια. Πώς πάνε τα σπίτια μας που χτίζονται παράλληλα, τι κάνει η αρραβωνιαστικιά; Τι βιβλία έχεις διαβάσει τελευταία Λεβέντ και αν σου άρεσε το cd με τον Αλκίνοο που σου δάνεισα. Σε παρακαλώ να το προσέχεις επειδή το αγαπώ πολύ.

Η ώρα θα περάσει κι εμείς πρέπει να συνεχίσουμε τη ζωή μας. Θα σε πετάξω ξανά στο Λήδρα Πάλας, θα σε φιλήσω και θα στείλω τα χαιρετίσματά μου στη μαμά σου. Θα σου πω να προσέχεις στο δρόμο, να μην τρέχεις με το αυτοκίνητο, να μου στείλεις email και να κανονίσουμε να ξαναβρεθούμε. Κι εγώ, εδώ, ό,τι θέλεις, το ξέρεις. Κι εσύ εκεί, ό,τι θέλω, το ξέρω. Θα σου κουνήσω το χέρι. Αντίο Λεβέντ. Και θα το σκεφτώ το θέμα όσο σε κοιτάζω να φεύγεις. Πως δεν μιλήσαμε για το Κυπριακό. Για τις εξελίξεις, για τον Ερντογάν και τον Ταλάτ. Για τον Χριστόφια και τον Έρογλου. Για την κατάσταση που δημιουργείται, τις αγωνίες μας για τον τόπο μας. Δεν είπαμε κουβέντα Λεβέντ για τη λύση και τη διχοτόμηση για ετούτο που το λένε πολιτική και είναι μία από τις λέξεις που σε δυσκολεύει. Έχεις αρχίσει να μαθαίνεις ελληνικά Λεβέντ και μία από τις πρώτες λέξεις που γεύτηκες είναι η λέξη Άνοιξη! Δεν είναι τυχαίο Λεβέντ. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Αλήθεια. Να πας στο καλό. Κι εγώ, εδώ, ό,τι θέλεις, το ξέρεις. Κι εσύ εκεί, ό,τι θέλω, το ξέρω. Τίποτα, τίποτα δεν είναι τυχαίο Λεβέντ. Να πας στο καλό.

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Ο Γιαννής ο Ροκάς

Ο Γιαννής ο ροκάς έπιασε με αποφασιστικότητα ακόμα τρία αλμυρά και τα έβαλε μέσα στην ήδη γεμάτη σακούλα. «Το 12εύρω εσφύρησε», μονολόγησε, αλλά χαλάλι. Περίμενε κόσμο στο μαγαζί. Ήτανε σίγουρος πως θα έρχονταν να του ευχηθούν όλα τα γειτονόπουλα οι μαγαζάτορες. Και κυρίως οι γειτονοπούλες σκέφτηκε χασκογελώντας μέσα που τα γένια του. Έκλεινεν αισίως τα 37 αλλά κραθιόταν γερά, είχε ακόμα πέραση η μπογιά του. Ήταν λεπτός, ψηλός, μελαχρινός, γεμάτος μυς και τρίχες. Πάντα φορούσε τζιν και μαύρες φανέλες με στάμπες. Ακριβώς σαν αυτές που πουλούσεν στο μαγαζίν του. Που ήταν εργασία παράλληλη με την κανονική του που ήταν μέλος συγκροτήματος-μουσικός-ποιητής/στιχουργός-συνθέτης-μελλοντικός σούπερ σταρ ροκάς.


Ο Γιαννής βασικά είχε ξεκινήσει να γίνει σούπερ σταρ ροκάς αλλά στην πορεία εκατέλληξε να πουλεί φανέλες με στάμπες, κυρίως μαύρες αλλά και άλλα χρώματα, χαϊμαλιά, σκουλαρίκια με ψεύτικες πέτρες μακριά, παγιδευτές ονείρων και αφίσες. Τέλος πάντων, είχε ξεκινήσει γεμάτος όνειρα από το Καϊμακλί να κατακτήσει καταρχήν το Λύκειο Παλλουριώτησας (15 γκόμενες σε τρία χρόνια συν μια πεταχτούλα καθηγήτρια οικοκυρικών), να ταράξει την δισκογραφία και να γίνει ο νέος μεσσίας της ροκ αλλά στην πορεία κάπου στράβωσε το πράμα και η μεγάλη άνοδος επιβραδύνθηκε. Ο Γιαννής στα 15 του περίμενε πως στα 37 του θα ήταν σίγουρα φτασμένος καλλιτέχνης, θα είχε κάμει τουλάχιστον 12 CDs (υπολόγιζε ένα κάθε περίπου δύο χρόνια να μην κουράζει το κοινό του), θα ήταν πλούσιος και θα είχε ήδη αποσυρθεί στον Παράδεισο στον Πωμό (αυτό τουλάχιστον το είχε υπολογίσει αφού ο Σωκράτης ο ιδιοκτήτης το είχε βγάλει από πέρσι για πούλημα)… Αλλά αντί αυτού τα χρόνια πέρασαν και πάλευε ακόμα να καθιερωθεί. Και από τα δύο CDs τον χρόνο είχε βγάλει ως τώρα μόνο δύο συνολικά! Αλλά ας όψονται οι συνθήκες, η καταραμένη δισκογραφία, οι καπιταλιστικές εταιρείες, η Κύπρος και ο κόσμος που δεν μπορούσε να καταλάβει.



Φυσικά σε όλα αυτά τα χρόνια ο Γιαννής ο Ροκάς και το συγκρότημα του (John and the Rockies) είχαν καταφέρει να ταράξουν λίγο τα πράματα. Είχαν φιλοξενηθεί 3-4 φορές σε μουσικές εκπομπές του ΡΙΚ, είχαν συμμετάσχει σε ένα αφιέρωμα του ΑΝΤ1 για τα Κυπριακά ροκ συγκροτήματα και είχαν επίσης ηγηθεί όλων σχεδόν των ροκ φεστιβάλ που είχαν γίνει στην Κύπρο τα τελευταία 15 χρόνια. Και σε όλα αυτά είχαν και την στιγμή της απόλυτης δόξας τους: Το άνοιγμα της συναυλίας του συγκροτήματος Τρίχες το 1995 όπου ο ίδιος ο Αγγέλαφας είχε σφίξει το χέρι του Γιαννή, του είπε πως είναι «σπουδαίος!» και πως θα μιλούσε για αυτόν και το συγκρότημα του στην δική του την εταιρεία. Ναι σιγά… ο Γιαννής ακόμα περιμένει να του τηλεφωνήσει η εταιρεία. Από τότε είχαν βγάλει ακόμα ένα CD και περίμενε με αγωνία να κυκλοφορήσει μέσα στις επόμενες μέρες και το τρίτο.

Για την ώρα ωστόσο, ζούσε και τον ζούσε το μαγαζί. Πουλούσε την πραμάτεια του στους φίλους τους, σε αμετανόητους ροκάδες που κούλιαζαν στο μαγαζί του με τις ώρες, σε τουρίστες που έβρισκαν το μαγαζί του γραφικό αλλά κυρίως και σε νεαρούς που ήθελαν να γίνουν ροκάδες σαν αυτόν και για τους οποίους ο Γιαννής ήταν ένας ζωντανός μύθος. Τον θαύμαζαν, τον αγαπούσαν, αγόραζαν άσχετα πράματα από το μαγαζί για να τον βλέπουν και να είναι σαν αυτόν. Κι αυτός τους αγαπούσε, τους κερνούσε φραπεδάκια απλόχερα και τους έδινε συμβουλές για το ροκ.

Ήταν κυρίως ένας μιτσής που τον αγαπούσε πολύ. Ο Σαββής. Που του θύμιζε πολύ τον εαυτό του στα 15 του. Έμοιαζαν λίγο κιόλας. Και στην φάτσα και στον χαρακτήρα. Είχε κι αυτός συγκρότημα και τραγουδούσε στα διάφορα φεστιβάλ. Εκεί τον είχε γνωρίσει ο Γιαννής και έγινε κάτι σαν μέντορας του. Έρχονταν να του δανείσει ο Γιαννής CDs, να του δώσει συμβουλές για το συγκρότημα, να πει τις περιπέτειες του με τις γυναίκες. Επειδή και για γκομενικά τον εσυμβούλευε ο Γιαννής τον Σαββή. Αλλά και για το σχολείο, για τους γονιούς του. Μέντορας καλός, σωστός. Να τον βλέπει σαν τον γιο που ποτέ θα είχε. Σιγά δηλαδή. Όχι πως είχε ανάγκη μωρά και κουτσούβελα. «Παρά τις πιέσεις που τις εκάστοτε γκόμενες», σκέφτηκε και προχώρησε προς το ταμείο. Με την ελπίδα να δει εκείνη την γλυκιά την Ρουμανούδα την Άνγκα η οποία κάθε φορά του έκανε τα γλυκά μάτια και του έβαλε κιόλας κρυφά στην τσέντα κανένα κομμάτι κέικ αγγίζοντας ελαφριά και το χέριν του.

Προχωρώντας στο ταμείο ο Γιαννής εστράβωσεν αρκετά διότι στο ταμείο ήταν ο Γιώργης, παλιός του συμμαθητής και ιδιοκτήτης προφανώς της αλυσίδας των φούρνων-μάλλον γιός του ιδιοκτήτη, καταραμένο σύστημα!- εσκέφτηκεν ο Γιαννής και τον εκοίταζε ήδη στραβά. Ο Γιώργης τον είδε και προσπάθησε να του χαμογελάσει, αλλά βλέποντας τον Γιαννή να τον θωρεί με αγριάδα μαζεύτηκε και ετοιμάστηκε να εξαπολύσει το κεντρί του. Πριν προλάβει ο Γιαννής να του μιλήσει, ή μάλλον επιδεικτικά να τον αγνοήσει όπως ήταν το σχέδιο, έβγαλε μάνι μάνι μια μάτσα φυλλάδια και άρχισε να τα μοιράζει. «Ρε Γιαννή. Έλα να δεις! Είναι διαφημιστικά εκείνου του συγκροτήματος του μιτσή του Σαββή! Προφανώς υπογράψαν συμβόλαιο με τιν Χόνη! Ξέρεις! Εκείνη την εταιρεία που έφκαλεν τους δίσκους του Αγγέλαφα».

«Λαλείς να μεν το ξέρω?», εμούγκρισεν ο Γιαννής. «Άτε χτύπα τα αλμυρά. Βιάζουμε!».

Ο Γιαννής. Την ημέρα των γενεθλίων. Επλήρωσεν (15 ευρό, ανάθεμαν τους φούρνους τους) και ξεκίνησε για το μαγαζί. Ευτυχώς τα γένια εχώναν την χλομάδα του. Εκόντεψε στο μαγαζίν και είδε στην ουρά να τον περιμένει κόσμος. Οι κοπέλες που δίπλα. Ο ένας μικρός χαρούμενος Σαββής. Να λάμπει. Ο Γιαννής έβαλε τον καλό του χαμόγελο και τους άνοιξε την πόρτα. Αγκάλιασε πατρικά τον Σαββή. Ο Γιαννής. Πρώην μέλος συγκροτήματος-μουσικός-ποιητής/στιχουργός-συνθέτης-μελλοντικός σούπερ σταρ ροκάς. Νυν καταστηματάρχης. Να πουλά φανέλες. Μαύρες. Με στάμπες.