Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

"Δεν έφταιγε αυτός... τόσος ήταν..." Μ. Αναγνωστάκης...

Σήμερα είμαι σπίτι και κάνω απεργεία... Δεν γίνετε να είμαι σπίτι και να κάνω απεργεία... Δεν γίνετε αυτό το πράμα που παίζεται γύρω μου να με αφορά με τόσο γελοίο τρόπο. Είμαι κόρη συνδικαλιστή εγώ! Μεγάλωσα δύσκολα... Μεγάλωσα σπουδαία και τίμια! Κάποια πράματα δεν γίνονται...Αλλά και ούτε υπογραφές για να σπάσουμε απεργείες βάζουμε... Πριν δύο χρόνια είχα γράψει αυτό στον μπλογκ... Για τον Άγιο Βασίλη... Σε μια απεργεία... Η απολογία μας...

"Τα Χριστούγεννα του 1985 ήταν τα Χριστούγεννα που η οικογένεια μου δεν θέλει και πολύ να θυμάται. Λες και ήμασταν ταινία, κακόπαικτη, μαυρόασπρη και μελαγχολική ήμασταν βουτηγμένοι μέχρι τα αυτιά στα οικονομικά βάρη. Ο παπάς μου ήταν από τις αρχές του Νοέμβρη σε απεργία για την άρνηση των εργοδοτών να αυξήσουν τα ούτως ή άλλως μικρά μεροκάματα. Η μάμα μου δεν δούλευε αφού την είχαν σταματήσει από το μικρό νηπιαγωγείο που ημιαπασχολείτο. Τα λεφτά ήταν λίγα, οι ανάγκες πολλές, το ίδιο και η μελαγχολία. Την θυμάμαι να πέφτει και να κατακάθεται πάνω στο σπιτάκι μας σαν μια ενοχλητική και επίμονη πούδρα. Πουθενά δεν φαινόταν λίγη χαρά.

Για να μας προετοιμάσει για το (αναπόφευκτο) ενδεχόμενο να περάσουμε τα Χριστούγεννα λιτά, πολύ λιτά, ο παπάς μας είχε καλέσει στην κουζίνα λίγες μέρες πριν τις γιορτές για να μας πει τα καθέκαστα. «Το και το. Κάνω απεργία, δεν έχουμε λεφτά, μην περιμένετε φέτος πολλά-πολλά. Κάνουμε ένα αγώνα για ένα καλύτερο αύριο. Αυτό να σκέφτεστε και να θυμάσαι πως τα Χριστούγεννα δεν είναι τα δώρα και τα λεφτά». Αυτά είπε ο πατέρας μου και ξαφνικά, γυρίζοντας προς εμένα, το νεαρότερο μέλος της οικογένειας, πρόσθεσε πως ίσως ο Άγιος Βασίλης να μην ερχόταν στο σπίτι μας φέτος.

Το θυμάμαι σαν σήμερα! Τα μάτια των υπολοίπων τριών μελών της οικογένειας στράφηκαν πάνω μου να με κοιτάζουν με θλίψη. Ο μεγάλος μου αδελφός κάτι πήγε να πει για ένα μικρό δωράκι που δεν θα ήταν καθόλου κόπος για την μικρή, η αδελφή μου το ίδιο, μα η μάμα μου κοίταξε σταθερά τον πατέρα μου και κατάλαβε πως έπρεπε να πάρουμε όλο το μήνυμα! Ήταν η περίοδος των πολύ ισχνών αγελάδων… Άλλωστε, δεν ήμουνα πια και τόσο μικρή. Τα μάτια μου, όμως, πρέπει να είχαν γίνει τεράστια για αυτό ο παπάς μου ανέλαβε να μας εξηγήσει πως ο Άγιος Βασίλης δεν θα ερχόταν φέτος επειδή δεν ήταν κομμουνιστής! Χρησιμοποιώντας ένα μείγμα της δικής του προσωπικής κομμουνιστικής αντίληψης, της ακελικής φιλοσοφίας της εποχής, του πάθους που τον πλημμύριζε για την απεργία και των νουθεσιών του εκπροσώπου της ΠΕΟ στον απεργιακό αγώνα ο παπάς μου, μου ανέλυσε κατατοπιστικά την θεωρεία του για τον μη κομμουνιστή Άη Βασίλη!

Συνοπτικά, ο Άγιος αυτός είχε παραστρατήσει. Ενώ είχε ξεκινήσει με τρόπο θεμιτό, θέλοντας να μοιράσει δίκαια τα χρυσαφικά των χωρικών, που έδωσαν την περιουσία τους για να σωθεί η πόλη τους από τους εχθρούς (ο παπάς μου δεν θυμόταν και πολλές λεπτομέρειες), έγινε σταδιακά και με το πέρασμα του χρόνου υποχείριος στις βιομηχανίες παιχνιδιών, στους Αμερικάνους και στην Coca Cola (είχαν μόλις αρχίσει οι γνωστές θεαματικές χριστουγεννιάτικες διαφημίσεις). Τώρα πια έπαιρνε δώρα στα πλούσια παιδιά και το έκανε ζήτημα αν δεν είχε το σπίτι καμινάδα. Είχε παχύνει, είχε αφήσει άσπρα γένια, φορούσε γελοία στολή και το μόνο που τον έσωζε ήταν που ήταν κόκκινη. Ο παπάς μου λέγοντας τα αυτά νευρίασε. Χτύπησε θυμωμένα το χέρι του στο τραπέζι! Είπε πως αυτός ο Άη Βασίλης δεν θα περάσει… Ούτε από την γειτονιά, ούτε από το σπίτι μας! Οι άλλοι τρεις τον κοίταξαν με το ίδιο πάθος. Ναι. Δεν θα περάσει! Ο Άη βασίλης δεν είναι κομμουνιστής. Τί να πεις... Ήμασταν μία οικογένεια επιρρεπής στην προπαγάνδα…

Περάσαμε εκείνα τα Χριστούγεννα πραγματικά λιτά. Φτωχικά και μετρημένα. Για την ιστορία θα είχαμε ακόμα ένα μήνα στερήσεων. Η απεργία του παπά τέλειωσε με σχετική επιτυχία στις αρχές του Φλεβάρη. Η πρωτοχρονιά για μένα ήταν η πιο δύσκολη. Την περάσαμε μπροστά από την τηλεόραση παίζοντας μονόπολη (η μάμα δεν άφησε τον παπά να μας πετάξει το καπιταλιστικό παιχνίδι) και εγώ είχα βάλει το γενναίο μου πρόσωπο. Το πρωί, όταν μπήκε από το παράθυρο μου φως, άνοιξα με πραγματική λύπη τα μάτια μου. Αλλά η έκπληξη ήταν εκεί! Και ήταν μία έκπληξη επί τέσσερα. Δίπλα από το μαξιλάρι μου ήταν τυλιγμένη μία μικρή μολυβοθήκη. Κάτω από το κρεβάτι μου μία κασετίνα. Δίπλα από τις παντούφλες μου ένα αυτοκινητάκι και μέσα στο ερμάρι με τα ρούχα μου μία κούκλα. Και τέσσερεις μικρές, διαφορετικές κάρτες. Με τον γραφικό χαρακτήρα του αδελφού, της αδελφής του παπά και της μάμας μου. Γεμάτες δικαιολογίες από ένα Άγιο Βασίλη που δεν είχε πολλά λεφτά φέτος αλλά δεν μπορούσε να μην μου χαρίσει ένα δωράκι. Στο πρόγευμα οι τέσσερις ένοχοι κοίταζαν ο ένας τον άλλο αδιάφορα. Κι εγώ από εκείνη την ημέρα, έπαψα πια να πιστεύω στον Άγιο Βασίλη. Την ίδια στιγμή, άρχισα να πιστεύω πολύ στην οικογένεια."

Έτσι είναι οι απεργείες κύριε Γλαύκο μου...

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Εκαταγράψαν μας!! – Η καταγραφέας ρατσίστρια

Μας τηλεφώνησε κάπως ενοχλημένη να μας πει ότι χτυπά τα κουδούνια κάτω στην πολυκατοικία και δεν την απαντάει κανείς. Της είπαμε πως εμείς λείπουμε και μάλλον λείπουν και οι άλλοι –Χαλλόου! Είναι Δευτέρα 10 το πρωί! Μας είπε πως είναι της απογραφής πληθυσμού και πως πρέπει οπωσδήποτε να έρτει να μας καταγράψει. Της είπαμε έλα το απόγευμα. Και αυτοκαλέστηκε στις 4, μόλις που θα μπαίναμε σπίτι.
Τα δίδυμα, που πλέον είναι σε φάση επικοινωνίας και εχθρικής ωστόσο διάθεσης απέναντι στους ξένους εισβολείς της εστίας μας σταμάτησαν αιφνιδίως τα «νταντα», «μπαμπα», «ντου ντου», «μπρλιαμπφγκ» για να κοιτάξουν με επιφύλαξη την καταγραφέα. Την είδαν, τους είδε. Την αγριοκοίταξαν και τους χαμογέλασε. Στην συνέχεια την αγνόησαν επιδεικτικά. Είχαν δίκαιο προφανώς. Το ένστικτο των αθώων μωρών κλπ. Στις απολογίες μας για το ακατάστατο μας σπίτι μας είπε «σιγά καλά, εσυνηθίσα! Εχτές ήμουν στο σπίτι κάτι Σύριων». Στην συνέχεια μας είπε πόσο βρωμεροί είναι γενικά οι αλλοδαποί. Έπνιξε στον καφέ που της κάναμε τα βάσανα της θλιμμένης απογράφουσας. Είχε πάει σε γειτονιές που κατοικούσαν Τουρκοκύπριοι! Κάποιοι μάλιστα είχαν αγοράσει και σπίτι σε πολυκατοικία! Αυτή πρώτα τρόμαξε. Και μετά λυπήθηκε. Δεν θα ήθελε να ζει εκεί. Ούτε με τους Σύριους. Πολύ βρωμισμένα σπίτι. Σηκωθήκαμε πάνω. Όρθιοι. Απειλητικοί. Μας κοίταξε αχάπαρα και είπε «ώρα μου να φεύγω. Δεν της είπαμε να πάει στο καλό. Ο δρόμος της δεν έχει κάτι καλό. Στην πόρτα την περιποιήθηκε ο μεγάλος μας γιός. «μπρλιαμπφγκ», της είπε. «Μάνα μου τον», σχολίασε. «Με αποχαιρετά. «Μπα», της λέω. «Σου φτύνει».