Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

Το σπίτι της Κούλας…


Η Κούλα έπιασε το πετσετάκι που ήταν πάνω στην τηλεόραση και το τακτοποίησε με το χέρι της απαλά. Εκοίταξε ύστερα το δωμάτιο και αναστέναξε. Ήταν ούλα καλά. Φτασμένα, καθαρά, συγυρισμένα. Κανένας δεν θα της έβρισκεν ψεγάδι να πει. Τα έπιπλα της τα σκαλισμένα. Το σαλόνι της το κλασσικό. Ακόμα και λουλούδια είχεν βάλει στο βάζο. Το κρυστάλλινο. Ήταν ούλα όμορφα και περιποιημένα και έτοιμα να δεχτούσιν τους ξένους της. Δηλαδή ποιους ξένους? Τους μελλοντικούς ενοικιαστές της. Η Κούλα αναστέναξε και τακτοποίησε το πετσετάκι και πάλι μηχανικά. «Τους ενοικιαστές μου», είπεν δυνατά και εγεύτηκεν τις ξινές λέξεις στο στόμα της. Βασικά το πετσετάκι όπως και το σαλόνι και τα έπιπλα, ακόμα και το βάζο το κρυστάλλινο ήταν η προίκα της. Το σπίτι που της εφτιάξαν οι γονιοί της μιαν ημέρα για να κατοικίσει. Ήταν απλό, κτισμένο πάνω που το σπίτι της μάμας της, σε μισόν οικόπεδο. Είχε τρεις κρεββατοκάμαρες με ερμάρια μεγάλα, κουζίνα με μίνι σαλονάκι, σαλόνιν κανονικό και βεράντες περίφημες. Ήταν ότι έπρεπε για μιας οικογένειαν με δύο μωρά. Όσο δηλαδή υπολόγιζεν να κάμει η ίδια όταν υπολόγιζε ότι ήταν να παντρευτεί και να κάμει οικογένεια. Να ζήσει. Να γίνει κάποια. Να είναι και αυτή Κυρία. Παντρεμένη. Αλλά άλλος πως τα υπολόγιζεν και άλλος πως της τα έφερεν η ζωή. Δεν εστάθηκεν ικανή. Δεν τα εκατάφερε. Εν τα εβόλευκε με τους άντρες. Τι προξένια της εφέρναν, τι παιθκιά της εσυστήσαν στην δουλειά που εδούλευκε πωλήτρια, τι νέους λαμπρούς της ελαλούσαν να γνωρίσει η Κούλα τίποτα. Ο ένας εβρώμεν λαλεί. Ο άλλος εμύριζεν. Ο άλλος εν ήταν πολλά μορφωμένος. Ο άλλος εν ήταν πολλά όμορφος. Ο άλλος ήρτεν πολλά αργά, ο άλλος ήρτεν πολλά γρήγορα. Μετά πολλά η Κούλα, που εν ήταν στην πραγματικότητα και καμιά καλονή ήρτεν και εγέρασεν και έγινεν χωρίς να το καταλάβει 48 χρονών. Και τότε εσταμάτησαν τα προξένια. Εσταματήσαν και οι γνωριμίες. Εσταμάτησεν και η Κούλα να απορρίπτει. Και  επικεντρώθηκε να επιπλώσει καλύτερα το σπίτι της και να ταχτοποιήσει την προίκα της που της τα είχεν όλα η μάμα της σασμένα. Λαλείς και τούτον η ενασχόληση τα άλλαζε τα δεδομένα. Θα εγίνετουν ξαφνικά 28. Θα είχεν και πάλι επιλογές. Θα μπορούσε ακόμα να γίνει Κυρία.

Βασικά για ούλα εν η μάνα της που έφταιεν, εσκέφτηκεν η Κούλα που την έκαμεν να πιστέψει πως ήταν ίσως καλύτερη από ότι πραγματικά ήταν. Θυμάται την που μωρό, που εκάθουνταν μαζί στην κουζίνα και εβλέπαν τηλεόραση και εκάμναν σμιλί τα πετσετάκια που της ελάλεν πόσον καλά θα ήταν που ήταν να παντρευτεί έναν νέον καλό, ένα παιδί όμορφον και πλούσιον και μορφωμένον, πόσο θα ήταν η τύχη της καλή, πόσο σημαντικό θα ήταν να τα καταφέρει και τούτη να κουρουκλιστεί. Αλλά σαν έφτανεν η ώρα κανένας δεν έφτανε τις προσδοκίες της μάνας. Και έκαμνεν και πίσω και η Κούλα, επειδή βασικά κανένας δεν έμοιαζε με το βασιλόπουλο που της είχε τάξει στην κουζίνα η μάνα της. Και κανένας δεν θα μπορούσεν ποτέ να σταθεί ικανός. Ικανός. Ακόμα και τώρα, που ο κήβος ερίφθην όπως λαλούν και στην τηλεόραση. Ακόμα και τώρα που ήθελε να νοικιάσει το σπίτι της, αφού στο κάτω κάτω το είχεν έρημον και κλειστό, πλήρως επιπλωμένο όπως ήταν και έτοιμον και εμείνισκε κάτω με τον παπά και την μάμα της, ακόμα και τώρα η Κούλα έβρισκε την μάμα της μπροστά, να της λαλεί τι και πώς, να της διά πάλι οδηγίες. Σε ποιόν να το νοικιάσει. Να ένει πλούσιος και καλός. Να ένει και άντρας. Να μην είναι οικογένεια να έχουσιν μωρά, να είναι παλιόπαιδά και να της το χαλάσιν. Η Κούλα ήθελε να της μπίξει τις φωνές, να της πει «όι!», να της πει να την αφήσει. Να κάμει και αυτή μια φορά  το δικό της, το σπίτι, να το νοικιάσει, να πιάνει λία λεφτά, να κάμει κάτι, να σταματήσει να είναι εκεί έρημο και άκληρο σαν την ίδια. Αλλά εν ημπορούσεν. Εν τα κατάφερνε. Άφηνεν την να μιλά και το χειρότερον. Άφηνε τα λόγια της να μπαίνουν μέσα στο κεφάλι της. Να μπαίνουν μέσα στην καρδιά της. Άφηνε τα λόγια της να την πειθούν. Να την επηρεάζουν. Ήταν λες και έψαχνεν και αυτή για το σπίτι να παντρευτεί έναν νέον καλό, ένα παιδί όμορφον και πλούσιον και μορφωμένον, πόσο θα ήταν η τύχη του σπιτιού της καλή, πόσο σημαντικό θα ήταν να τα καταφέρει και τούτον ως σπίτιν να κουρουκλιστεί.

Πάλε εχαίδεψεν το πετσετάκι η Κούλα. Πάλε εκοίταξεν το σπίτι της. Πόσον όμορφον! Πάλε εκοίταξε το βάζο της. Το βάζο το κρυστάλλινο. Και εταράχτηκεν πολύ! Και όταν εχτύπησεν η πόρτα ήταν πολλά ταραγμένη (που το βάζο, που τα λουλούδια, που τες πολλές τις σκέψεις!). και άνοιξε η πόρτα και είδε την τύχη της, είδε το παρελθόν της, είδε την μοίρα της. Ήταν μια κοπέλα με δύο μωρά και τον άντρα της, μια κοπέλα χοντρούλα συμπαθητική, μια οικογένεια που ήθελε να νοικιάσει το σπίτι της, δυο μωρά που εθέλασιν να ζήσουν στο σπίτι της. Επειδή το σπίτι της ήταν καλό. Ήταν απλό και κτισμένο πάνω που το σπίτι της μάμας, σε μισόν οικόπεδο. Είχε τρεις κρεββατοκάμαρες με ερμάρια μεγάλα, κουζίνα με μίνι σαλονάκι, σαλόνιν κανονικό και βεράντες περίφημες. Ήταν ότι έπρεπε για μιας οικογένειαν με δύο μωρά. ΤΑ ΜΩΡΑ ΤΗΣ.

Έμεινε να τους κοιτάζει στην πόρτα. Εν τους είπε με να μπείτε με να φύετε. Έπιασε μόνο το βάζο το κρυστάλλινο και το έσπασεν. Και εγέμωσες ο τόπος νερά και λουλούδια. Πολλά νερά και πολλά λουλούδια. Μικρά κομματάκια κρυστάλλινα. Η Κούλα εγονάτισε και επαρέσυρε με το χέρι της το πετσετάκι. Μέσα στον θολωμένο της τον νου άκουσε που κάτω την μάνα της, με αγωνία να την φωνάζει. «Κούλα! Κούλα!». Κούλα μου. Το σπίτι σου.

9 σχόλια:

ΣΜΙΛΙ ΤΩΡΑ είπε...

Πόσες άραγε Κούλες υπάρχουν; Που κοιτάζουν πίσω και βλέπουν μια ζωή που δεν έζησαν. Κρίμα.

μαχαιρης είπε...

Κριμα...
Και ο φταιχτης ΜΟΝΟ η ιδια η Κουλα...

Moonlight είπε...

Πολλά ωραίο το κείμενο σου, εξαναείπαμεν τα... :)

Είχα πολλά μεγάλο σχόλιο να γράψω περί του τι λέμε στα μωρά μας όταν είναι μικρά, τι τους καλλιεργούμε, κλπ... αλλά άσε...

Φανταστικό κείμενο... Φιλιά!

Shine On είπε...

Πάρα πολύ ωραίο κείμενο!!!Θα συμφωνήσω με το Moonlight!Νομίζω πια ότι πρέπει να σταματήσουμε να λεμε το παραμύθι της Σταχτοπούτας στα κορίτσια μας αλλά και στα αγόρια μας το αντιστοιχο.Δεν υπάρχουν πρίγκηπες και βασιλοπούλες.Μόνο άνθρωποι που το παλεύουν να αγαπήσουν και να αγαπηθούν.Δεν τα καταφέρνουν όλοι!!

Ina είπε...

Ωραίο κείμενο και πάντα επίκαιρο.

Όταν πάεις έξω στα σύγχρονα νυμφοπάζαρα να δεις πόσες Κούλες υπάρχουν και ας μην έχουν σπίτια ή περιουσίες ή καμιά φυσική ομορφιά. Πολλές στην πορεία χαμηλώνουν τον πήχη.

άσπρο και παχύ είπε...

Δυστυχώς έσιεις δίκαιο ότι υπάρχουν πολλές Κούλλες που ακόμα πιστεύκουν ότι εν έσιει καλλύττερή τους επειδή έτσι τους έλεεν η μάμμα τους.

Τι εννοείς "ήρτεν τζαι εγέρασεν στα 48!!!!"

Grouta είπε...

Ωραιο κειμενο Ελενη! :)

Ελυπηθηκα την, την Κουλα :(

DaisyCrazy είπε...

ούτε να το νοικιάσει εν την άφηκεν η μάνα της. όμως πόσο έφταιε η μάνα τσε πόσον η ίδια που της έβαλε φτιν; :)
όπως πάντα καλογραμμένη και διδακτική η ιστορία σου Ελένη μου.
φιλιά

Ανώνυμος είπε...

an to noikiazei akoma, endiaferomai