Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Παράθυρα…


Η τρόικα εν πάνω που την κκελέ μας. Ούλος ο κόσμος έχει την αίσθηση πως παίζεται το μέλλον μας στα ζάρκα κάποιων που εν ηξέρουν τι θα πει η δική μας η ζωή. Ο κόσμος που ξεράμεν γενικά αλλάζει. Εν σαν να αλλάζεις στάτους. Το να γίνεσαι πιο φτωχός σημαίνει πως χάνεις τα δικαιώματα που είχες κερδίσει με κόπον στην ζωή σου. Εν είναι απλώς θέμα να μεν μπορείς να πηαίνεις αισθητικό ή να αγοράζεις βιβλία δύο φορές τον μήνα. Η ποιότητα ζωής έχει να κάμει με το δικαίωμα και την ικανότητα να μπορείς να συμμετάσχεις στην λήψη των αποφάσεων, να μπορείς να αποφασίζεις για το μέλλον και την δική σου ζωή. Να μεν είσαι υποχείριο, εξαρτημένος. Καημένος… Τούτον εν περίπου η αστική τάξη που παύει σιγά σιγά να υπάρχει. Ο κόσμος γενικά αλλάζει. Μπορεί να άλλαζεν και πριν και δεν ήμασταν σε θέση να αντιληφθούμε πόσο πολύ. Τωρά ούλα κινούνται γρήγορα και δραματικά. Πόσον μελαγχολική μπορεί να είναι μια Κυριακή… Ευτυχώς υπάρχουν τα παράθυρα… Έξω που το σπίτι μας είναι ένα χωράφι. Άρχισεν να πρασινίζει που τα νερά… εν είναι απίστευτη η εικόνα του πλυμένου ουρανού? Η πλάση εν ακόμα καθαρή. Ότι και να κάμουν. Εν ωραία να ξυπνάς και να κοιτάς έξω που το παράθυρον. Και μέσα εν ωραία να κοιτάς. Εν καλά που μας έχουμε ακόμα τα παράθυρα μας… έξω εν ο κόσμος του πλάστη μας. Μέσα εν η πλάση μας…ευτυχώς που έχουμεν τα παράθυρα…

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

Βαρύ κρυολόγημα


Ο παππούλης ήταν κοτσονάτος και μπήκε με φούρια στο γραφείο μας διαμαρτυρόμενος για τις σκάλες. «Μα να μην έχετε ασανσέρ!». Του χαμογελάσαμε και  παραγγείλαμε καφέ. Ήρθε να κάμει δώρο το βιβλίο του στον συνάδελφο, μια μελέτη για το Κυπριακό, να τον ευχαριστήσει για μια παλιά εξυπηρέτηση. «Επειδή  εγώ πίστευα πολύ κάποτε στην λύση!». Εχαμογέλασε απολογητικά επειδή έφερεν μονάχα έναν αντίτυπο και μου υποσχέθηκε να μου φέρει ένα βιβλίο την επόμενη φορά. «Μα κλαίτε?». Κρυολόγημα του απαντώ. Κι αυτός κάποτε έκλαιγεν θα μου πει. Αλλά όλα αυτά επεράσαν. Τώρα περιμένει ένα εύκολο τέλος «που θα το δυσκολέψω όσο μπορώ», λαλεί και κλίνει το μάτι του. Το μόνο του πρόβλημα είναι ο χώρος ταφής!  «Θέλω να ταφώ στο χωριό μου». Μα πού? Στο Δίκωμο. Τα εμίλησεν λαλεί με όσους πρέπει. Έκαμεν και διαβήματα και επιμένει. Ξέρει στα κατεχόμενα πολλούς και θα τα κανονίσει. Δεν μπορεί! Δεν γίνετε διαφορετικά. Μα το χωριό? Το νεκροταφείο? Ερειπωμένο. Πώς γίνετε? Πώς θα γίνει? Πώς θα είναι? Δεν θα νιώθει… μοναξιά? «Ανοησίες!». Ο τόπος που εμεγάλωσα. Που αναγιώθηκα. Που έγινα σωστός!. Κάποτε επίστευεν λαλεί πολλά στην λύση. «Τώρα θέλω μόνον να με θάψουν στο χωριό μου!». Το μέτωπο του γιαλίζει. Έχε πείσμαν ο παππούς! Λαλείς να τα καταφέρει. «Το χωριό μου. Το χωριό μου", λαλεί… το χωριό του. Η ταφή του. Έκαμεν διαβήματα. Εμίλησεν με τους αρμόδιους. Ξαφνικά χαμογελά. «Αν τα καταφέρω να έρτετε!», μας προσκαλεί χαρούμενα. Κοπιάστε. Στην ταφή του. Στο χωριό του. «Μα κλαίτε?». Βαρύ κρυολόγημα του απαντώ. Πολύ βαρύ…

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

Το σπίτι της Κούλας…


Η Κούλα έπιασε το πετσετάκι που ήταν πάνω στην τηλεόραση και το τακτοποίησε με το χέρι της απαλά. Εκοίταξε ύστερα το δωμάτιο και αναστέναξε. Ήταν ούλα καλά. Φτασμένα, καθαρά, συγυρισμένα. Κανένας δεν θα της έβρισκεν ψεγάδι να πει. Τα έπιπλα της τα σκαλισμένα. Το σαλόνι της το κλασσικό. Ακόμα και λουλούδια είχεν βάλει στο βάζο. Το κρυστάλλινο. Ήταν ούλα όμορφα και περιποιημένα και έτοιμα να δεχτούσιν τους ξένους της. Δηλαδή ποιους ξένους? Τους μελλοντικούς ενοικιαστές της. Η Κούλα αναστέναξε και τακτοποίησε το πετσετάκι και πάλι μηχανικά. «Τους ενοικιαστές μου», είπεν δυνατά και εγεύτηκεν τις ξινές λέξεις στο στόμα της. Βασικά το πετσετάκι όπως και το σαλόνι και τα έπιπλα, ακόμα και το βάζο το κρυστάλλινο ήταν η προίκα της. Το σπίτι που της εφτιάξαν οι γονιοί της μιαν ημέρα για να κατοικίσει. Ήταν απλό, κτισμένο πάνω που το σπίτι της μάμας της, σε μισόν οικόπεδο. Είχε τρεις κρεββατοκάμαρες με ερμάρια μεγάλα, κουζίνα με μίνι σαλονάκι, σαλόνιν κανονικό και βεράντες περίφημες. Ήταν ότι έπρεπε για μιας οικογένειαν με δύο μωρά. Όσο δηλαδή υπολόγιζεν να κάμει η ίδια όταν υπολόγιζε ότι ήταν να παντρευτεί και να κάμει οικογένεια. Να ζήσει. Να γίνει κάποια. Να είναι και αυτή Κυρία. Παντρεμένη. Αλλά άλλος πως τα υπολόγιζεν και άλλος πως της τα έφερεν η ζωή. Δεν εστάθηκεν ικανή. Δεν τα εκατάφερε. Εν τα εβόλευκε με τους άντρες. Τι προξένια της εφέρναν, τι παιθκιά της εσυστήσαν στην δουλειά που εδούλευκε πωλήτρια, τι νέους λαμπρούς της ελαλούσαν να γνωρίσει η Κούλα τίποτα. Ο ένας εβρώμεν λαλεί. Ο άλλος εμύριζεν. Ο άλλος εν ήταν πολλά μορφωμένος. Ο άλλος εν ήταν πολλά όμορφος. Ο άλλος ήρτεν πολλά αργά, ο άλλος ήρτεν πολλά γρήγορα. Μετά πολλά η Κούλα, που εν ήταν στην πραγματικότητα και καμιά καλονή ήρτεν και εγέρασεν και έγινεν χωρίς να το καταλάβει 48 χρονών. Και τότε εσταμάτησαν τα προξένια. Εσταματήσαν και οι γνωριμίες. Εσταμάτησεν και η Κούλα να απορρίπτει. Και  επικεντρώθηκε να επιπλώσει καλύτερα το σπίτι της και να ταχτοποιήσει την προίκα της που της τα είχεν όλα η μάμα της σασμένα. Λαλείς και τούτον η ενασχόληση τα άλλαζε τα δεδομένα. Θα εγίνετουν ξαφνικά 28. Θα είχεν και πάλι επιλογές. Θα μπορούσε ακόμα να γίνει Κυρία.

Βασικά για ούλα εν η μάνα της που έφταιεν, εσκέφτηκεν η Κούλα που την έκαμεν να πιστέψει πως ήταν ίσως καλύτερη από ότι πραγματικά ήταν. Θυμάται την που μωρό, που εκάθουνταν μαζί στην κουζίνα και εβλέπαν τηλεόραση και εκάμναν σμιλί τα πετσετάκια που της ελάλεν πόσον καλά θα ήταν που ήταν να παντρευτεί έναν νέον καλό, ένα παιδί όμορφον και πλούσιον και μορφωμένον, πόσο θα ήταν η τύχη της καλή, πόσο σημαντικό θα ήταν να τα καταφέρει και τούτη να κουρουκλιστεί. Αλλά σαν έφτανεν η ώρα κανένας δεν έφτανε τις προσδοκίες της μάνας. Και έκαμνεν και πίσω και η Κούλα, επειδή βασικά κανένας δεν έμοιαζε με το βασιλόπουλο που της είχε τάξει στην κουζίνα η μάνα της. Και κανένας δεν θα μπορούσεν ποτέ να σταθεί ικανός. Ικανός. Ακόμα και τώρα, που ο κήβος ερίφθην όπως λαλούν και στην τηλεόραση. Ακόμα και τώρα που ήθελε να νοικιάσει το σπίτι της, αφού στο κάτω κάτω το είχεν έρημον και κλειστό, πλήρως επιπλωμένο όπως ήταν και έτοιμον και εμείνισκε κάτω με τον παπά και την μάμα της, ακόμα και τώρα η Κούλα έβρισκε την μάμα της μπροστά, να της λαλεί τι και πώς, να της διά πάλι οδηγίες. Σε ποιόν να το νοικιάσει. Να ένει πλούσιος και καλός. Να ένει και άντρας. Να μην είναι οικογένεια να έχουσιν μωρά, να είναι παλιόπαιδά και να της το χαλάσιν. Η Κούλα ήθελε να της μπίξει τις φωνές, να της πει «όι!», να της πει να την αφήσει. Να κάμει και αυτή μια φορά  το δικό της, το σπίτι, να το νοικιάσει, να πιάνει λία λεφτά, να κάμει κάτι, να σταματήσει να είναι εκεί έρημο και άκληρο σαν την ίδια. Αλλά εν ημπορούσεν. Εν τα κατάφερνε. Άφηνεν την να μιλά και το χειρότερον. Άφηνε τα λόγια της να μπαίνουν μέσα στο κεφάλι της. Να μπαίνουν μέσα στην καρδιά της. Άφηνε τα λόγια της να την πειθούν. Να την επηρεάζουν. Ήταν λες και έψαχνεν και αυτή για το σπίτι να παντρευτεί έναν νέον καλό, ένα παιδί όμορφον και πλούσιον και μορφωμένον, πόσο θα ήταν η τύχη του σπιτιού της καλή, πόσο σημαντικό θα ήταν να τα καταφέρει και τούτον ως σπίτιν να κουρουκλιστεί.

Πάλε εχαίδεψεν το πετσετάκι η Κούλα. Πάλε εκοίταξεν το σπίτι της. Πόσον όμορφον! Πάλε εκοίταξε το βάζο της. Το βάζο το κρυστάλλινο. Και εταράχτηκεν πολύ! Και όταν εχτύπησεν η πόρτα ήταν πολλά ταραγμένη (που το βάζο, που τα λουλούδια, που τες πολλές τις σκέψεις!). και άνοιξε η πόρτα και είδε την τύχη της, είδε το παρελθόν της, είδε την μοίρα της. Ήταν μια κοπέλα με δύο μωρά και τον άντρα της, μια κοπέλα χοντρούλα συμπαθητική, μια οικογένεια που ήθελε να νοικιάσει το σπίτι της, δυο μωρά που εθέλασιν να ζήσουν στο σπίτι της. Επειδή το σπίτι της ήταν καλό. Ήταν απλό και κτισμένο πάνω που το σπίτι της μάμας, σε μισόν οικόπεδο. Είχε τρεις κρεββατοκάμαρες με ερμάρια μεγάλα, κουζίνα με μίνι σαλονάκι, σαλόνιν κανονικό και βεράντες περίφημες. Ήταν ότι έπρεπε για μιας οικογένειαν με δύο μωρά. ΤΑ ΜΩΡΑ ΤΗΣ.

Έμεινε να τους κοιτάζει στην πόρτα. Εν τους είπε με να μπείτε με να φύετε. Έπιασε μόνο το βάζο το κρυστάλλινο και το έσπασεν. Και εγέμωσες ο τόπος νερά και λουλούδια. Πολλά νερά και πολλά λουλούδια. Μικρά κομματάκια κρυστάλλινα. Η Κούλα εγονάτισε και επαρέσυρε με το χέρι της το πετσετάκι. Μέσα στον θολωμένο της τον νου άκουσε που κάτω την μάνα της, με αγωνία να την φωνάζει. «Κούλα! Κούλα!». Κούλα μου. Το σπίτι σου.