Πέμπτη 9 Ιουλίου 2015

Η Αϊσέ πάει διακοπές- Το πρώτο μου βιβλίο!

Ξέρω ξέρω… εδώ καράβια χάνονται βαρκούλες αρμενίζουν. Αλλά αυτή την βαρκούλα θέλω πολύ να την μοιραστώ μαζί σας. Το πρώτο μου βιβλίο (επειδή εύχομαι να υπάρξουν και πολλά άλλα) κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από τις εκδόσεις Πατάκη με τίτλο «Η Αϊσέ πάει διακοπές» και αναφέρεται ναι, στην γνωστή μας Αϊσέ που ήρθε να παραθερίσει στον τόπο πριν από 41 χρόνια.
Α, και το μισό είναι γραμμένο στα Κυπριακά.

Θα χαρώ να τα διαβάσετε και να μου πείτε την γνώμη σας. Λόγω της κατάστασης στην Ελλάδα  δεν έχει έρθει ακόμα στην Κύπρο αλλά μπορείτε να το βρείτε διαδικτυακά στην Πολιτεία και σε άλλα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία.

Φιλιά!

  

 

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2015

Επιστροφή...

τεστινγ τεστινγ τεστινγ...

Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

ασκήσεις τέλους


Ηρωίδα: Τους έκανες να με αντιπαθήσουν

Γραφιάς: Ποιους

Η. Όλους αυτούς
 που διάβασαν
την ιστορία μου

Γ.Σιγά

Η.με μισούν

Γ.Καθόλου

Η. με μισούν

Γ. απλώς διαφωνούν
  Νομίζω

Η. με τι

Γ. με την ανάγκη σου

Η.να με αγαπούν

Γ. να σε αγαπούν

Γ. Η ανάγκη σου
που περιγράφω
που λες

Η. αυτό

Γ. είναι
ταμπού

είναι
Η. …

Η. όλοι αυτοί που τους αγαπούν
ίσως δεν ξέρουν
πως είναι
να έχεις μια πείνα
για την αγάπη


Η. δεν ξέρουν όλοι αυτοί
πως είναι
να έχεις μια πείνα
για την αγάπη

Η. ίσως δεν ξέρουν
Πως είναι
αυτή η πείνα
Για την αγάπη

Γ. για την αγάπη

Η. να θέλεις να γεμίσεις
την αγκαλιά σου

Γ. με την αγάπη

Η. με την αγάπη

Γ. λένε πως δεν είναι

Η. δεν είναι

Γ. αγάπη

Η.ίσως δεν έχουν αυτοί πεινάσει

Γ.δεν ξέρω

Η. Αυτοί
δεν έχουν πεινάσει

Γ. πως μπορώ εγώ να ξέρω
Ποιοι και πόσο έχουν πεινάσει
ζω την μικρή απλή ζωή μου
πλένω μαγειρεύω σιδερώνω
πηγαίνω κιόλας δουλειά
φροντίζω
την οικογένεια μου

Κάποτε σπάνια πια γράφω ιστορίες


Η. ζεις την απλή μικρή ζωή σου
πλένεις μαγειρεύεις σιδερώνεις
πηγαίνεις κιόλας δουλειά
φροντίζεις
την οικογένεια σου

Έγραψες την μικρή μου ιστορία

Γ. ακόμα
Το τέλος
Της ιστορίας
Περιμένει

Η. το τέλος της ιστορίας

Περιμένει

Γ. Περιμένει

Γ. και δεν ξέρω

Η.δεν ξέρεις

Γ. ποιο θα είναι
Αυτό

Η. το τέλος της ιστορίας
περιμένει
Και δεν ξέρεις ποιο
Θα είναι
Αυτό


Γ. δεν ξέρω

Η. δεν ξέρεις το τέλος
Της ιστορίας

Γ. δεν ξέρω

Η. θα ήθελα
Ωστόσο
Εγώ
κάτι άλλο
να ξέρω

Αν εσύ
Σε αυτή
Την ιστορία
Είσαι απαθής

Γ. εγώ σε αυτή την ιστορία
Είμαι απαθής

Η. αν ξέρεις
Κάπως
Όχι το τέλος

Αλλά
Αν καθόλου

Με συμπαθείς


Γ. δεν ξέρω
Καθόλου της ιστορίας αυτής

Το τέλος

Η. θέλω να ξέρω αν εσύ
από όλους αυτούς

Με όσα κάνΩ θα συμφωνείς

Γ. θέλεις να ξέρεις

Η. εσύ
που γράφεις την ιστορία
Μου

Γ. ναι

Η. πρέπει να μου πεις

Γ. στο τέλος

Η. αν με συμπαθείς

Γ. ...

Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

Ο δότης



Η Άντρη μάζεψε τα κλειδιά, την αξιοπρέπεια και το βιβλίο της, άφησε πέντε ευρώ στο τραπέζι (καφές στο Παραλιμνί ισοδυναμεί με καφέ στο Κολονάκι!) και ετοιμάστηκε να φύγει. Αποφάσισε πως δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει ακόμα την μάνα της και πήρε το αυτοκίνητο να πάει για λίγο στην παραλία. Το ήξερε από την αρχή πως τούτη η κουβέντα δεν θα είχε καλή κατάληξη αλλά πάλε να τα βάλει στα πόδια μόλις της είδε! «Τόσο άσχημη είμαι πια?», σκέφτηκε πικραμένα. Ή πάλε τόσο μεγάλη? Τόσο άσαστη, τόσο απεριποίητη? Τόσο… τι? Αν και κάτι είχε πάθει αυτός… Κάτι με το τηλέφωνο, κάτι με κάτι άλλο… Άσε που φρίκαρε μόλις είδε τα νύχια της… Δεν ξαναείδε φαίνεται γυναίκα με άβαφτα νύχια! «Μπορεί να είμαι η μόνη γυναίκα με άβαφτα νύχια Παγκυπρίως!», μονολόγησε. Η μόνη γυναίκα με άβαφτα νύχια στην ηλικιακή ομάδα 16-67 που αποτελείται από κομπλεξαρισμένες Κυπραίες που βάφονται, ντύνονται στολίζονται και περιμένουν τον γαμπρό να περάσει!

Το θέμα είναι πως υπήρχε λόγος που ήτανε άβαφτα τα νύχια της (πέραν της βασικής της αδιαφορίας να στολίζει όπως έκαναν οι άλλες τον εαυτό της). Είχε πάει προ ημερών για εκείνη την μικροεπέμβαση και είχε εισηγηθεί ο αναισθησιολόγος αφού θα γινόταν μια μικρή έστω αναισθησία 30 λεπτών να μην βάλει μανικιούρ γιατί τα νύχια επιτρέπουν στον γιατρό να δει αν κάτι δεν πάει καλά με τα φάρμακα της αναισθησίας. Η Άντρη κατένευσε επειδή φοβόταν κιόλας την αναισθησία και επειδή το βήμα αυτό που ετοιμαζόταν να κάμει ήταν μεγάλο και φοβερό και από την στιγμή που το αποφάσισε τα υπόλοιπα είπε να τα αφήσει στον γιατρό της, στην ομάδα της Κλινικής και στον Θεό της. «Είσαι σίγουρη?», της είχε πει ο Σωζιάδης. «Αυτό που πάεις να κάμεις είναι βήμα σοβαρό. Εξωσωματική γονιμοποίηση για να κάμεις μωρό χωρίς σύντροφο, με δότη σπέρματος!». Είχε προσπαθήσει φυσικά να την μεταπείσει. Δεν είσαι καθόλου μεγάλη της είπε! Μπορείς ακόμα να έβρεις έναν σύντροφο, ένα φίλο, έναν γκόμενο. Μπορείς να παντρευτείς! Μπορείς να κάμεις έρωτα να κάμεις ένα μωρό με τρόπο φυσιολογικό! «Μπορώ? Δεν μπορώ? Μπορώ? Δεν ξέρω!», του είπε. Αυτό που ήξερε πως ήθελε πολύ να κάμει ένα μωράκι. Ήθελε πολύ να σφίξει ένα μικρό πλασματάκι στην αγκαλιά της. Η λαχτάρα της για αυτό το μωρό ήτανε τόσο μεγάλη που έμοιαζε σχεδόν με πείνα. Πεινούσε. Πεινούσε για την αγάπη. Πεινούσε να έχει ένα παιδάκι, μικρό γλυκό, μωρό, στην αγκαλιά της. Πεινούσε για την ανάσα του, για την αγκαλιά του. Για τα παχουλά τα χεράκια του. Την κοιλίτσα του. Πεινούσε για τα δαχτυλάκια, της πατουσίτσες, τα πρώτα λογάκια. Για την αγάπη του. Πεινούσε για ένα μωρό! Το είχε απόλυτη ανάγκη!  Και η ανάγκη της αυτή ήταν μεγαλύτερη, σπουδαιότερη, θεόρατη. Πιο σημαντική από του να έχει ένα σύντροφο. Από μία λεγόμενη φυσιολογική και νορμάλ ζωή. «Είμαι πια 37 χρονών γιατρέ. Μόνη, κατασταλαγμένη. Νηπιαγωγός στο Παραλίμνι. Στο Παραλίμνι! Έχεις έρθει ποτέ στο Παραλίμνι?  Έχεις δει πως είναι η θάλασσα τον χειμώνα?», του είπε σχεδόν θυμωμένα. Πως μπορούσε να έβρει ένα σύντροφο, ένα φίλο, ένα γκόμενο. Πως μπορεί να παντρευτεί, να κάμει έρωτα. «Κοίτα με». Ήθελε να του πει. Κοίταξε με!!! Πώς θα μπορούσε κάποιος να με αγαπήσει? Πώς θα μπορούσε κάποιος να με σφίξει στην αγκαλιά του? Να μου χαρίσει ένα μωρό. Ο γιατρός την κοίταξε. Θα ήθελε να της πει εγώ αλλά ντράπηκε. Αντί αυτού της έδωσε όλες της ενδεδειγμένες οδηγίες. Να βάλει τις ενέσεις που της έγραψε, κάθε μέρα μια στην κοιλιά. Αυτές θα την βοηθούσαν να παραγάγει  περισσότερα ωάρια. Θα παρακολουθούσαν την εξέλιξη, τον αριθμό και το μέγεθος τους μαζί. Όταν θα ερχόταν η ώρα θα τα αφαιρούσαν για να τα γονιμοποιήσουν με το σπέρμα του δότη που διάλεξε. Ένα υγιές καλό σπέρμα που θα πληρούσε τις προϋποθέσεις που ήθελε η ίδια να θέσει για τα μωρά της.

Η Άντρη μετά από αυτό πέρασε νύχτες ολόκληρες να σκέφτεται το σπέρμα του δότη. Το σκεφτόταν με χίλιους τρόπους. Το σκεφτόταν σαν εκατομμύρια μικρά παιδιά που ήθελαν με το ζόρι να μπουν στην κοιλιά της, το σκεφτόταν ως άσπρα σιντριβάνια που έλουζαν το γυμνό της κορμί το σκεφτόταν να βρίσκεται σε μπουκάλια, σε κάδους, να βγαίνει από αγελάδες και να προβατάκια, το σκεφτόταν να το πίνει στον καφέ της, σας γιαούρτι με το πιλάφι της, σαν κάτι αναγκαίο απόλυτο και φυσιολογικό για την επιβίωση της. Μια μέρα στον ύπνο της το είδε και ως ένα τεράστιο κύμα. Σαν ένα κύμα σπέρματος που ερχόταν από τον βυθό να την κατασπαράξει. Αφού ξύπνησε το πρωί κατατρομαγμένη. Σε σημείο που άρχισε να κάνει δεύτερες σκέψεις για την όλη κουβέντα. Το συζήτησε μάλιστα με τον γιατρό ο οποίος της είπε να μην ανησυχεί. Είναι φυσιολογικά όλα αυτά της ανέφερε, σε επηρεάζουν οι ορμόνες. Επίσης σκέφτεσαι το σπέρμα ως εισβολή ενώ θα πρέπει να το σκέφτεσαι σαν τον πατέρα του παιδιού σου. Έλα τώρα να δεις φωτογραφίες να διαλέξουμε τον δότη επειδή τα ωάρια σου μεγάλωσαν. Σε 1-2 μέρες θα πρέπει να τα αφαιρέσουμε, να τα γονιμοποιήσουμε να κάνουμε τοποθέτηση.

Η Άντρη έπιασε να κοιτάζει τις φωτογραφίες και να διαβάζει τις λεζάντες που τις αφορούσαν. Ο γιατρός της συνέστησε να πάρει τον χρόνο της και να κοιτάξει τις φωτογραφίες προσεκτικά. Η Άντρη μελετούσε το βιβλίο και σκεφτόταν πως δεν ήξερε πως ήθελε να μοιάζει το μωρό της και πως η μελέτη των δειγμάτων θύμιζε αγορά σε κρεοπωλείο. «Ακουσε», είπε στον Σωζιάδη, «δεν ξέρω πώς να το κάνω αυτό. Βοήθησε με. Θέλω απλώς ένα μωράκι που να μοιάζει με μένα». Και ύστερα συνεσταλμένα. «Θέλω να είναι λεπτός, ψηλός, μελαχρινός, γεμάτος μυς και τρίχες». Κοίταξε τον γιατρό. «Έτσι ήταν η πρώτη μου αγάπη. Που με παράτησε για να γίνει διάσημος». Έγινε; Την ρώτησε ο γιατρός και εκείνη σήκωσε τους ώμους. Έχει τελικά σημασία; Σημασία είχε ότι τον αγάπησε τόσο πολύ που πονούσε. Ήταν σίγουρη πως αν άνοιγαν τότε την καρδιά της θα έβλεπα ένα μεγάλη κραχ. Ένα μεγάλο ρήγμα. Κομματάκια. Αλλά θα ήθελε ένα μωρό που να του μοιάζει. Παρά ταύτα. Γίνετε? Ο γιατρός έγνεψε θετικά και της έδειξε μια σχετική φωτογραφία που έμοιαζε με αυτό που επιθυμούσε. Η Άντρη έγνεψε. Ήταν ακριβώς αυτό που επιθυμούσε. Να έρτεις αύριο το πρωί της είπε, η ώρα εφτά. Νηστική. Θα πάρουμε τα ωάρια και θα τα γονιμοποιήσουμε με το ψηλό μελαχρινό σπέρμα. Εκτός κι αν αλλάξεις γνώμη. Έλα το πρωί. Ή Άντρη τον κοίταξε. Κοίταξε την φωτογραφία. Κοίταξε ύστερα τα άβαφτα νύχια της. Το πρωί θα είμαι εδώ του είπε. Είχε φυσικά προηγουμένως να πάει σε ένα τυφλό ραντεβού που της κανόνισε η μάμα της. «Αύριο το πρωί θα είμαι εδώ». 

Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Με ρώτησες αν πάμε εκδρομές.


Γιώργο δεν σε κατάλαβα αμέσως χθες. Έχασες πολλά από τα μαλλιά σου και αυτά που σου έμειναν έχουν γκριζάρει. Γιώργο μεγάλωσες πολύ και με έχεις σοκάρει και θα θελα πολύ να γίνω μπανάλ και να πω ότι είδα το παλιό αγόρι που γνώριζα μέσα από τα μάτια σου αλλά Γιώργο έχει γεράσει, δεν έβλεπα τίποτα και γελούσα νευρικά και σκεφτόμουν πως έπρεπε να σου πως για λοσιόν που βοηθούν στην τριχόπτωση. Αλλά Γιώργο φαντάζομαι θα είδες κι εσύ σε μένα κάτι διαφορετικό, το κατάλαβα. Γιώργο νομίζεις πως κι εγώ έχω γεράσει αλλά δεν γέρασα Γιώργο, οι γυναίκες κρατιούνται καλύτερα πάμε σε αισθητικούς και κομμωτήρια και κάνουμε και δίαιτες (στις άλλες προφανώς είναι πιο πετυχημένες) αλλά Γιώργο οι γυναίκες φαινόμασταν καλύτερα, δεν γέρασα Γιώργο και μην κουνάς επιτιμητικά το κεφάλι. Μέσα σε όλα τα άλλα με ρώτησες αν με την οικογένεια πάμε εκδρομές και έμεινα Γιώργο να σκέφτομαι γιατί μου κάνει τέτοιες ερωτήσεις σε μια τέτοια νύχτα γιατί από όλα που θα μπορούσες να με ρωτήσεις με ρώτησες αν πάμε εκδρομές. Γιώργο έχω πολύ καιρό να πάω εκδρομή, κάνω συνέχεια χίλια άλλα, φαντάζομαι κι εσύ και δεν πηγαίνω εκδρομές. Μερικές φορές κοιτώ το κορμί και νομίζω είμαι επιβιώσαντας πολέμου. Γιώργο οι παλιοί μαχητές οι πληγωμένοι δεν πάνε εκδρομές. Γιώργο χτες βράδυ έμεινα να κοιτώ το κορμί μου προσπαθώντας τι μπορώ να φορέσω που να θυμίζει πως ήμουν στα 17, φαντάζομαι από τα μάτια σου πως δεν τα κατάφερα. Γιώργο έχω ουλές στην κοιλιά μου, το στήθος μου έχει πέσει κι έχω παχύνει. Γιώργο δεν ξέρω οι χοντροί μπορεί να μην πηγαίνουν εκδρομές. Ούτε οι φαλακροί. Να το κοιτάξεις. Γιώργο δεν πηγαίνω εκδρομές πηγαίνω στο πάρκο. Ετοιμάζω τσάντες λες και θα πάμε εκστρατεία, βάζω μέσα ψωμιά τυριά μπισκότα βιολογικά και νεράκι. Γιώργο παίρνω μια τσάντα φορτωμένη και στέκω πάνω από τα μωρά μου σαν κέρβερος. Οι κέρβεροι δεν πάνε εκδρομές. Γιώργο δεν είμαι πια 17 ούτε θα ήθελα να είμαι και δεν θυμάμαι αν πήγαινα  και τότε εκδρομές. Δεν θυμάμαι πως ήταν τότε που ήμουν εγώ παιδί, ίσως τις έχω διαγράψει τις εμπειρίες τις νιότης μας. Έχουν περάσει από πάνω μας τόσα άλλα. Καλά και κακά, μεγάλα και δύσκολα. Δεν θυμάμαι για εύκολα. Γιώργο πραγματικά χάρηκα που σε είδα αλλά με έκανες και σκεφτόμουν συνέχεια για τις εκδρομές και με έχεις χαλάσει. Με έχεις κάνει να θυμηθώ πόσο αγαπώ την θάλασσα πόσο θα ήθελα να την βλέπω. Γιώργο με έκανες να βγάλω έξω χτες πόθους και επιθυμία. Σε αγαπώ ρε Γιώργο, πόσο ωραία περάσαμε τότες όλοι μαζί. Αλλά με ρώτησες αν πάμε εκδρομές Γιώργο και είχε τόσο πάθος η φωνή σου. Με ρώτησες αν πάμε εκδρομές και κατάλαβα πόσο πολύ κι εσείς δε πάτε, πόσο θα ήθελες να πηγαίνεις. Σε αγαπώ Γιώργο και σένα και τους άλλους, σας αγάπησα πολύ ήμουν πολύ νέα και αθώα κι εσύ το ίδιο, ήμασταν τόσο νέοι και τόσο αθώοι που δεν μπορώ να θυμηθώ πότε ήταν αυτό. Σαν τις εκδρομές. Γιώργο με έχεις νευριάσει, νομίζω δεν σε αγαπώ, μπορεί να σε αγαπούσα τότε αλλά τώρα δεν σας αγαπώ, τώρα είστε όλοι ένα μάτσο ξένοι και με κοιτάζετε περίεργα. Γιώργο ξέρω πως πάχυνα. Τελευταία έχω διαβάσει καταπληκτικά βιβλία, βλέπω το μυαλό μου να ανοίγει σαν πεταλούδα στον ήλιο, Γιώργο το μυαλό μου έχει πετάξει έχω πάει αλλού αλλά σκέφτομαι πώς θα φαίνομαι στην παραλία με το μπικίνι. Γιώργο με έχεις εκνευρίσει που ρώτησες για τις εκδρομές. Δεν έπρεπε να ρωτήσεις. Γιώργο, όχι δεν πάμε εκδρομές. Να κανονίσουμε αν θέλεις να πάμε κάποτε μαζί. Όχι αύριο, και μεθαύριο. Έχω τόσα να κάνω. Να πάμε κάποτε Γιώργο όμως αν θέλεις. Να πάμε καμιά εκδρομή.

Σημείωση: Ήταν το ριγιούνιον της τάξης μας χθες βράδυ

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Τυφλά ραντεβού



«Ένα το χελιδόνι και η άνοιξη ακριβή!»…

«Χριστέ μου», εσκέφτηκε ο Πέτρος, «Χριστέ μου Χριστέ μου βοήθα με να μεν φωνάξω». Αποφάσισε να μην φωνάξει. Αντίθετα, ίσιωσε το λευκό του το πουκάμισο, κούμπωσε το τυχερό του χαϊμαλί στο χέρι και αναγκαστικά πέρασε από την κουζίνα για να πιάσει τα κλειδιά του αυτοκινήτου να πάει στο καλό.

«Που πάεις;», ρώτησε μισο-αδιάφορα μισο-επιδεικτικά ο παπάς του. Με το τσιγάρο να καπνίζει χαλαρά από τα χείλη του. Με το κορμί να δείχνει το ραδιόφωνο. Η άνοιξη είναι ακριβή. Ο Πέτρος κατάλαβε πως το άσμα στην διαπασών απευθυνόταν στον ίδιο, πώς τα είχε καταφέρει να μην πέσει στην παγίδα ακόμα και πως σε λίγα λεπτά θα μπορούσε να διαφύγει.

«Άεις τον. Έσιει ραντεβού!», είπε με καμάρι η μάνα του. Στεκόταν στον νεροχύτη και καθάριζε αγκινάρες. Είπε ξανά. «Έσιει ραντεβού!». Πιο δυνατά από ότι έπρεπε. Ν ακουστεί. Να ακούσει η γειτόνισσα δίπλα. Ο σκοπός. Ο παπάς του εσήκωσε τα φρύδια του. Τον εκοίταξε πειρακτικά. Πήγε κάτι να πει αλλά το μετάνιωσε. Και ο Πέτρος το μετάνιωσε. Τον κοίταξε. Εσκέφτηκε να μιλήσει.  «Χριστέ μου είμαι πια σαράντα χρονών!». Ο παπάς έκλεισε τα μάτια του. «Πάρε μαζί σου έναν τριαντάφυλλο!», του είπε. «Να σε καταλάβει».

Ώστε το ήξερε. Για το τυφλό του ραντεβού. Με μια κοπέλα. Κόρη φίλης της μάνας του. Στα 37. Όμορφη. Με δική της δουλειά! Καλό! Με νηπιαγωγείο. Δασκάλα! Και ιδιοκτήτρια. Δεν του ζητούσε τίποτα. Ένα καφέ. Δίπλα στην γειτονιά. Να την δει, να τον δει. «Που ξέρεις;», του είπε με ελπίδα. «Πού ξέρεις…».

Μάμα μου, επήγεν να της πει. Μάμα μου καλή μου μάμα. Νόμιζα τα εμιλήσαμεν. Νόμιζα τα συζητήσαμε. Εγώ με τις γυναίκες, δεν.. Δεν μπορώ δεν την θέλω. Δεν καταλαβαίνω. Εξάλλου σου είπα για τον Κώστα. Είπα σου! Ο Κώστας… Αχ ο Κώστας, ο Κώστας, ο Κώστας…

Αλλά η μάνα του έκλεισε τα μάτια της. «Έναν καφέ! Έναν καφέ. Τζαι πού ξέρεις; Μπορεί να σου αρέσει. Να δοκιμάσεις! Να δεις». Άνοιξε τα μάτια της. Που ξέρεις. Να σε δει η γειτόνισσα, να σε δει η γειτονιά. Να δουν ότι μπορείς. Να σε δουν.

Ο Πέτρος πήρε το αυτοκίνητο και οδήγησε στον παραλιακό να δει τουλάχιστον ο ίδιος την θάλασσα, να χορτάσει το βλέμμα του άμμο, αφού το πρωί θα πήγαινε χαμένο με την βλακεία που ανέλαβε να κάμει. Δεν ήταν που ντρεπόταν ή που δεν μπορούσε να ορθώσει το ανάστημα του στην μάνα του. Ζούσε άνετα ελεύθερα και ζωντανά την ζωή του στην Λευκωσία. Είχε βγει ας πούμε από το κουτί. Είχε κιόλας προσπαθήσει να της εξηγήσει ξανά και ξανά. Και είχε πραγματικά νομίσει ότι εκατάλαβε. Της γνώρισε κιόλας τον Κώστα, τον εβρήκεν και όμορφον για όνομα του Θεού! Απλώς… Ήταν εκείνη η ικεσία στα μάτια της. Να της σώσει την υπόληψη στην γειτονιά. Να δουν και οι άλλοι να καταλάβουν. Πού ξέρεις; Δοκίμασε… Που ξέρεις…

Αυτό που ήξερε ήταν πως βασικά το πρόβλημα ήταν που είχε τσακωθεί με τον Κώστα. Για αυτό τα βρόντησε όλα και έφυγε για το πατρικό του. Τσακώθηκαν άσχημα. Σχεδόν τον έδειρε. Σκοτώθηκαν. Και είχε διαλυθεί. Ήθελε να πάει σπίτι του. Να πάει στο πατρικό του… στην γαλήνη του. Να κάτσει στο δωμάτιο του να καταλάβει. Και όχι να δίνει εξηγήσεις. Για αυτό που είναι. Αυτό που ήθελε να κάμει. Και να βγαίνει και τυφλά ραντεβού. Ο πάτος. 

Η 37χρονή καθόταν ήδη στο καφέ όταν πλησίασε. Ήταν μια νόστιμη μελαχρινούλα, λίγο γεμάτη με αχτένιστα σγουρά μαλλιά. Με έναν αέρα δεκαετίας του 80 στις κινήσεις. Με μαύρα μαλλιά, με πρόσωπο χλωμό, λευκό, σαν χιόνι. Διάβαζε το βιβλίο της και όταν τον είδε δίπλωσε βιαστικά την σελίδα. Είχε νύχια κοντά και άβαφτα. Ο Πέτρος ταράχτηκε. Έβρισκε πάντα να υπάρχει κάτι εύθραυστα τραγικό στα άβαφτα νύχια μιας γυναίκας. «Τι πίνεις;», την ρώτησε και άπλωσε το χέρι του «Πέτρος». «Καφέ με γάλα του είπε. Άντρη. Το ξέρω». Χαμογέλασε νευρικά και μετά τον κοίταξε με θάρρος. Ήταν πολύ αθώα για 37χρονή σκέφτηκε με σπαραγμό. Για τυφλό ραντεβού μαζί του στο Παραλίμνι. Με τα άβαφτα τα νύχια της. Το βιβλίο της. «Τι είναι», τον ρώτησε. Την τρόμαξε η ησυχία του, ο τρόπος που την κοίταζε. «Τίποτε», της είπε. Τίποτε. Τον έπιασε ίλιγγος. Σηκώθηκε απότομα πάνω. Τίποτε. Το τηλέφωνο του βρόντηξε. Κοίταξε το ρολόι του. Σίγουρα ήταν ο Κώστας. Δεν μπορούσε να του μιλήσει τώρα. Ζαλίστηκε. «Τι είναι;», τον ρώτησε εκείνη. Τον είδε που κοίταζε νευρικά το τηλέφωνο. Μισόκλεισε τα μάτια της. «Ποιος είναι;» Ο Πέτρος νευρίασε. Αυτή και τα νύχια της. Πέντε λεπτά σε τυφλό ραντεβού και μοιάζει με απατημένη σύζυγο. Σηκώθηκε και έφυγε… τρέκλισε… «Τι είναι;» του φώναζε αυτή… «Ποιος είναι»… Πήρε το αυτοκίνητο να φύγει… Έξω έπιασε να ανεμίζει αέρας να σπάζει την ζέστη. Να σπάζει τον κίνδυνο… Έτρεξε γρήγορα στο σπίτι του. Να πάει στο πατρικό του… στην γαλήνη του. Όρμησε μέσα να γλιτώσει. Το σκηνικό στην κουζίνα το ίδιο. Η μάνα του με τις αγκινάρες. Ο πατέρας του να κάθεται… Να ακούει αγέρωχα την μουσική του.. Είχε άλλαξε και άσμα. «εσύ στο χώμα κι εγώ στην φυλακή» έλεγε το τραγούδι… Ο Πέτρος μπήκε μέσα φουριόζος, έριξε κάτω με το χέρι του το ραδιοφωνιάκι να σπάσει. Να σταματήσει. Η μάνα του εγύρισεν να τον κοιτάξει λυπημένα. Πως επήγεν; Ο παπάς του τον κοίταξε ατάραχος και άναψε τσιγάρο. «Πούστης. Είσαι πούστης», του είπε…

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

Μετά τις εκλογές: Στο μονοσάνδαλο νεφέλωμα αδελφοί μου!


Στο μονοσάνδαλο νεφέλωμα αδελφοί μου!

Τις τελευταίες μέρες παρακολουθήσαμε πολλά χαριτωμένα στην όμορφη μπλογκερική μας οικογένεια (βρισιές, κλοτσιές, βελάσματα, κομματικές εξάρσεις εθελοτυφλίας και δεν συμμαζεύεται).

Σήμερα το Μονοσάνδαλο νεφέλωμα κάνει μια έκκληση αγάπης. Σας μεταφέρω το μήνυμα. Να βρεθούμε να μιλήσουμε για το πώς μπορούμε να βοηθήσουμε αυτούς που έπληξε η κρίση.

«Χωρίς καμία κομματική σκοπιμότητα, χωρίς προκαθορισμένη αντζέντα», τονίζει.

Διαδώστε το. Το μήνυμα της αγάπης.

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Χριστούγεννα με την Βαβυλωνία!

Φιλενάδα Ποστμπάπιλον!

Εχάρηκα πολλά που θα έκαμνα σε σένα δώρο!  Στον εικονικό κόσμο του διαδικτύου είσαι μια ζεστή και όμορφη φίλη με την οποία  που νιώθω να επικοινωνώ σε επίπεδο γαστρονομικό, πολιτικό και άλλο. (Άσχετο, αλλά να σου πως ότι προχτές έκαμα το τζιζκέικ σου με τα ορέο μπισκότα και έγινε τέλειο…)… Όπως και να έχει, εδυσκολέυτηκα πολύ να σκεφτώ τι δώρο σου αξίζει και μπορούσα να σου κάμω… Είχες κι εσύ μια δύσκολη χρονιά, κατανοώ! Και σε απασχολεί αν θυμάμαι πολύ και το μέλλον. Έτσι, σου κάνω δώρο κάτι στο ποίο είμαι πραγματικά καλή και από ότι μου λένε πιάνει:

 

Φιλενάδα ανοικτή πρόσκληση να σου πω το φεντζάνι! Είμαι πολλά καλή! Επέρασεν μου το η μάνα μου. Ότι πως φκαίνει, ότι δω γίνεται, έχω τζαι συστάσεις. Νομίζω θα είσαι Κύπρο αλλά θα λέιπω εγώ!! Έρχομαι πίσω στις 5 και αν είσαι δαμαί να βρεθούμε να σου πω το ριζικό σου! Αν θα έχεις φύγει επιφυλάσσομαι! Σου το χρωστώ!

Φιλιά πολλά και καλές γιορτές να περάσεις!!

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

Παράθυρα…


Η τρόικα εν πάνω που την κκελέ μας. Ούλος ο κόσμος έχει την αίσθηση πως παίζεται το μέλλον μας στα ζάρκα κάποιων που εν ηξέρουν τι θα πει η δική μας η ζωή. Ο κόσμος που ξεράμεν γενικά αλλάζει. Εν σαν να αλλάζεις στάτους. Το να γίνεσαι πιο φτωχός σημαίνει πως χάνεις τα δικαιώματα που είχες κερδίσει με κόπον στην ζωή σου. Εν είναι απλώς θέμα να μεν μπορείς να πηαίνεις αισθητικό ή να αγοράζεις βιβλία δύο φορές τον μήνα. Η ποιότητα ζωής έχει να κάμει με το δικαίωμα και την ικανότητα να μπορείς να συμμετάσχεις στην λήψη των αποφάσεων, να μπορείς να αποφασίζεις για το μέλλον και την δική σου ζωή. Να μεν είσαι υποχείριο, εξαρτημένος. Καημένος… Τούτον εν περίπου η αστική τάξη που παύει σιγά σιγά να υπάρχει. Ο κόσμος γενικά αλλάζει. Μπορεί να άλλαζεν και πριν και δεν ήμασταν σε θέση να αντιληφθούμε πόσο πολύ. Τωρά ούλα κινούνται γρήγορα και δραματικά. Πόσον μελαγχολική μπορεί να είναι μια Κυριακή… Ευτυχώς υπάρχουν τα παράθυρα… Έξω που το σπίτι μας είναι ένα χωράφι. Άρχισεν να πρασινίζει που τα νερά… εν είναι απίστευτη η εικόνα του πλυμένου ουρανού? Η πλάση εν ακόμα καθαρή. Ότι και να κάμουν. Εν ωραία να ξυπνάς και να κοιτάς έξω που το παράθυρον. Και μέσα εν ωραία να κοιτάς. Εν καλά που μας έχουμε ακόμα τα παράθυρα μας… έξω εν ο κόσμος του πλάστη μας. Μέσα εν η πλάση μας…ευτυχώς που έχουμεν τα παράθυρα…

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

Βαρύ κρυολόγημα


Ο παππούλης ήταν κοτσονάτος και μπήκε με φούρια στο γραφείο μας διαμαρτυρόμενος για τις σκάλες. «Μα να μην έχετε ασανσέρ!». Του χαμογελάσαμε και  παραγγείλαμε καφέ. Ήρθε να κάμει δώρο το βιβλίο του στον συνάδελφο, μια μελέτη για το Κυπριακό, να τον ευχαριστήσει για μια παλιά εξυπηρέτηση. «Επειδή  εγώ πίστευα πολύ κάποτε στην λύση!». Εχαμογέλασε απολογητικά επειδή έφερεν μονάχα έναν αντίτυπο και μου υποσχέθηκε να μου φέρει ένα βιβλίο την επόμενη φορά. «Μα κλαίτε?». Κρυολόγημα του απαντώ. Κι αυτός κάποτε έκλαιγεν θα μου πει. Αλλά όλα αυτά επεράσαν. Τώρα περιμένει ένα εύκολο τέλος «που θα το δυσκολέψω όσο μπορώ», λαλεί και κλίνει το μάτι του. Το μόνο του πρόβλημα είναι ο χώρος ταφής!  «Θέλω να ταφώ στο χωριό μου». Μα πού? Στο Δίκωμο. Τα εμίλησεν λαλεί με όσους πρέπει. Έκαμεν και διαβήματα και επιμένει. Ξέρει στα κατεχόμενα πολλούς και θα τα κανονίσει. Δεν μπορεί! Δεν γίνετε διαφορετικά. Μα το χωριό? Το νεκροταφείο? Ερειπωμένο. Πώς γίνετε? Πώς θα γίνει? Πώς θα είναι? Δεν θα νιώθει… μοναξιά? «Ανοησίες!». Ο τόπος που εμεγάλωσα. Που αναγιώθηκα. Που έγινα σωστός!. Κάποτε επίστευεν λαλεί πολλά στην λύση. «Τώρα θέλω μόνον να με θάψουν στο χωριό μου!». Το μέτωπο του γιαλίζει. Έχε πείσμαν ο παππούς! Λαλείς να τα καταφέρει. «Το χωριό μου. Το χωριό μου", λαλεί… το χωριό του. Η ταφή του. Έκαμεν διαβήματα. Εμίλησεν με τους αρμόδιους. Ξαφνικά χαμογελά. «Αν τα καταφέρω να έρτετε!», μας προσκαλεί χαρούμενα. Κοπιάστε. Στην ταφή του. Στο χωριό του. «Μα κλαίτε?». Βαρύ κρυολόγημα του απαντώ. Πολύ βαρύ…

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

Το σπίτι της Κούλας…


Η Κούλα έπιασε το πετσετάκι που ήταν πάνω στην τηλεόραση και το τακτοποίησε με το χέρι της απαλά. Εκοίταξε ύστερα το δωμάτιο και αναστέναξε. Ήταν ούλα καλά. Φτασμένα, καθαρά, συγυρισμένα. Κανένας δεν θα της έβρισκεν ψεγάδι να πει. Τα έπιπλα της τα σκαλισμένα. Το σαλόνι της το κλασσικό. Ακόμα και λουλούδια είχεν βάλει στο βάζο. Το κρυστάλλινο. Ήταν ούλα όμορφα και περιποιημένα και έτοιμα να δεχτούσιν τους ξένους της. Δηλαδή ποιους ξένους? Τους μελλοντικούς ενοικιαστές της. Η Κούλα αναστέναξε και τακτοποίησε το πετσετάκι και πάλι μηχανικά. «Τους ενοικιαστές μου», είπεν δυνατά και εγεύτηκεν τις ξινές λέξεις στο στόμα της. Βασικά το πετσετάκι όπως και το σαλόνι και τα έπιπλα, ακόμα και το βάζο το κρυστάλλινο ήταν η προίκα της. Το σπίτι που της εφτιάξαν οι γονιοί της μιαν ημέρα για να κατοικίσει. Ήταν απλό, κτισμένο πάνω που το σπίτι της μάμας της, σε μισόν οικόπεδο. Είχε τρεις κρεββατοκάμαρες με ερμάρια μεγάλα, κουζίνα με μίνι σαλονάκι, σαλόνιν κανονικό και βεράντες περίφημες. Ήταν ότι έπρεπε για μιας οικογένειαν με δύο μωρά. Όσο δηλαδή υπολόγιζεν να κάμει η ίδια όταν υπολόγιζε ότι ήταν να παντρευτεί και να κάμει οικογένεια. Να ζήσει. Να γίνει κάποια. Να είναι και αυτή Κυρία. Παντρεμένη. Αλλά άλλος πως τα υπολόγιζεν και άλλος πως της τα έφερεν η ζωή. Δεν εστάθηκεν ικανή. Δεν τα εκατάφερε. Εν τα εβόλευκε με τους άντρες. Τι προξένια της εφέρναν, τι παιθκιά της εσυστήσαν στην δουλειά που εδούλευκε πωλήτρια, τι νέους λαμπρούς της ελαλούσαν να γνωρίσει η Κούλα τίποτα. Ο ένας εβρώμεν λαλεί. Ο άλλος εμύριζεν. Ο άλλος εν ήταν πολλά μορφωμένος. Ο άλλος εν ήταν πολλά όμορφος. Ο άλλος ήρτεν πολλά αργά, ο άλλος ήρτεν πολλά γρήγορα. Μετά πολλά η Κούλα, που εν ήταν στην πραγματικότητα και καμιά καλονή ήρτεν και εγέρασεν και έγινεν χωρίς να το καταλάβει 48 χρονών. Και τότε εσταμάτησαν τα προξένια. Εσταματήσαν και οι γνωριμίες. Εσταμάτησεν και η Κούλα να απορρίπτει. Και  επικεντρώθηκε να επιπλώσει καλύτερα το σπίτι της και να ταχτοποιήσει την προίκα της που της τα είχεν όλα η μάμα της σασμένα. Λαλείς και τούτον η ενασχόληση τα άλλαζε τα δεδομένα. Θα εγίνετουν ξαφνικά 28. Θα είχεν και πάλι επιλογές. Θα μπορούσε ακόμα να γίνει Κυρία.

Βασικά για ούλα εν η μάνα της που έφταιεν, εσκέφτηκεν η Κούλα που την έκαμεν να πιστέψει πως ήταν ίσως καλύτερη από ότι πραγματικά ήταν. Θυμάται την που μωρό, που εκάθουνταν μαζί στην κουζίνα και εβλέπαν τηλεόραση και εκάμναν σμιλί τα πετσετάκια που της ελάλεν πόσον καλά θα ήταν που ήταν να παντρευτεί έναν νέον καλό, ένα παιδί όμορφον και πλούσιον και μορφωμένον, πόσο θα ήταν η τύχη της καλή, πόσο σημαντικό θα ήταν να τα καταφέρει και τούτη να κουρουκλιστεί. Αλλά σαν έφτανεν η ώρα κανένας δεν έφτανε τις προσδοκίες της μάνας. Και έκαμνεν και πίσω και η Κούλα, επειδή βασικά κανένας δεν έμοιαζε με το βασιλόπουλο που της είχε τάξει στην κουζίνα η μάνα της. Και κανένας δεν θα μπορούσεν ποτέ να σταθεί ικανός. Ικανός. Ακόμα και τώρα, που ο κήβος ερίφθην όπως λαλούν και στην τηλεόραση. Ακόμα και τώρα που ήθελε να νοικιάσει το σπίτι της, αφού στο κάτω κάτω το είχεν έρημον και κλειστό, πλήρως επιπλωμένο όπως ήταν και έτοιμον και εμείνισκε κάτω με τον παπά και την μάμα της, ακόμα και τώρα η Κούλα έβρισκε την μάμα της μπροστά, να της λαλεί τι και πώς, να της διά πάλι οδηγίες. Σε ποιόν να το νοικιάσει. Να ένει πλούσιος και καλός. Να ένει και άντρας. Να μην είναι οικογένεια να έχουσιν μωρά, να είναι παλιόπαιδά και να της το χαλάσιν. Η Κούλα ήθελε να της μπίξει τις φωνές, να της πει «όι!», να της πει να την αφήσει. Να κάμει και αυτή μια φορά  το δικό της, το σπίτι, να το νοικιάσει, να πιάνει λία λεφτά, να κάμει κάτι, να σταματήσει να είναι εκεί έρημο και άκληρο σαν την ίδια. Αλλά εν ημπορούσεν. Εν τα κατάφερνε. Άφηνεν την να μιλά και το χειρότερον. Άφηνε τα λόγια της να μπαίνουν μέσα στο κεφάλι της. Να μπαίνουν μέσα στην καρδιά της. Άφηνε τα λόγια της να την πειθούν. Να την επηρεάζουν. Ήταν λες και έψαχνεν και αυτή για το σπίτι να παντρευτεί έναν νέον καλό, ένα παιδί όμορφον και πλούσιον και μορφωμένον, πόσο θα ήταν η τύχη του σπιτιού της καλή, πόσο σημαντικό θα ήταν να τα καταφέρει και τούτον ως σπίτιν να κουρουκλιστεί.

Πάλε εχαίδεψεν το πετσετάκι η Κούλα. Πάλε εκοίταξεν το σπίτι της. Πόσον όμορφον! Πάλε εκοίταξε το βάζο της. Το βάζο το κρυστάλλινο. Και εταράχτηκεν πολύ! Και όταν εχτύπησεν η πόρτα ήταν πολλά ταραγμένη (που το βάζο, που τα λουλούδια, που τες πολλές τις σκέψεις!). και άνοιξε η πόρτα και είδε την τύχη της, είδε το παρελθόν της, είδε την μοίρα της. Ήταν μια κοπέλα με δύο μωρά και τον άντρα της, μια κοπέλα χοντρούλα συμπαθητική, μια οικογένεια που ήθελε να νοικιάσει το σπίτι της, δυο μωρά που εθέλασιν να ζήσουν στο σπίτι της. Επειδή το σπίτι της ήταν καλό. Ήταν απλό και κτισμένο πάνω που το σπίτι της μάμας, σε μισόν οικόπεδο. Είχε τρεις κρεββατοκάμαρες με ερμάρια μεγάλα, κουζίνα με μίνι σαλονάκι, σαλόνιν κανονικό και βεράντες περίφημες. Ήταν ότι έπρεπε για μιας οικογένειαν με δύο μωρά. ΤΑ ΜΩΡΑ ΤΗΣ.

Έμεινε να τους κοιτάζει στην πόρτα. Εν τους είπε με να μπείτε με να φύετε. Έπιασε μόνο το βάζο το κρυστάλλινο και το έσπασεν. Και εγέμωσες ο τόπος νερά και λουλούδια. Πολλά νερά και πολλά λουλούδια. Μικρά κομματάκια κρυστάλλινα. Η Κούλα εγονάτισε και επαρέσυρε με το χέρι της το πετσετάκι. Μέσα στον θολωμένο της τον νου άκουσε που κάτω την μάνα της, με αγωνία να την φωνάζει. «Κούλα! Κούλα!». Κούλα μου. Το σπίτι σου.

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

Η Αριστερά μου…

Ο τελευταίος ανάμισι χρόνος ήταν δύσκολος αν ήθελες να ονομάζεις τον εαυτό σου αριστερό. Η κακή οικονομία, που κρέμεται πάνω που το κεφάλιν όλων μας, τα γεγονότα στο Μαρί, πολιτικές ηθικές και άλλες ατασθαλίες που πρέπει να είσαι τουλάχιστον χαζός να αγνοήσεις ή και να μειώσεις την σημασία τους. Ναι, το κόμμα που εκπροσωπεί την Αριστερά στην Κύπρο ήρθε στην εξουσία και το ηπιότερο που θα μπορούσαμεν να πούμε είναι πως εν ήταν ακριβώς ότι πιο πετυχημένο και καλό! Διέψευσε πολύ τις προσδοκίες, εμφανίστηκε να είναι κάτι από τα ίδια, ισχυρό κομμάτι μιας παρωχημένης πολιτικής, συντηρητικό και μονόχνοτο. Για κάποιους από μας το μεγάλο μπαμ είχε κιόλας γίνει το 2004- αλλά τέλος πάντων… (Περσινά ξινά σταφύλια… Πολύ ξινισμένα όμως… ακόμα έχω την γεύσην τους στο στόμα μου..)

Εν πάση περιπτώσει που λαλούσιν και στη λατρεμένη μας Βουλή. Τούτα εν τα γεγονότα μπροστά στα μάθκια μας. Η πολιτικοποίηση και η εξαργύρωση (πολιτική και εξουσιαστική) μιας ιδεολογίας που για κάποιους από μας απέχει πολλά που μαρξιστικά τζαι κομματικά μανιφέστα, που εν κάτι διαφορετικό, εν κομμάτι της ύπαρξης μας, στοιχείο της ταυτότητας μας, του τρόπου που μεγαλώσαμε τζαι τούτου που εγίναμεν, τζαι απέχει πολλά που την ταυτότητα του Ακελικού. Εν σημαίνει πως αν προσδιορίζεις τον εαυτό σου αριστερό είσαι ταυτόσημος με έναν κόμμα, με μιαν κατάσταση. Τούτος όμως εν είναι αυτονόητον, σε καμίαν περίπτωση στην Κύπρο. Αλλά φευ! Τούτες οι ταπέλες τζαι οι ταυτοποιήσεις που εν κοινή χώρα στην Κύπρο εν χαζές τζαι τραγικές. Διότι απογυμνώνουν σε που τα βιώματα σου, που σε εκάμαν τούτον που είσαι.

Βασικά, εν ηξέρω αν εξηγούμαι καλά… Θέλω να πω πόσο πολλά με ενοχλεί τούτον το τσουβάλιασμα που γίνεται. Τούτη η περιπαικτική διάθεση αμαν πεις πως είσαι αριστερός. Τούτη η ανικανότητα του άλλου να σε καταλάβει. Λαλείς τζαι ούλοι μας είμαστε μέλοι της ΕΔΟΝ, κυκλοφορούμεν με φανέλες του τζε Γκεβάρα τζαι παιρνούμεν τα βράδια μας μιλώντας για τα κακα που επροξένησεν το Πραξικόπημα στον Τόπο.

Αριστερός γίνεσαι… όταν γεννηθείς σε υποβαθμισμένες συνοικίες, ας πούμε της Λευκωσίας. Περίπου καταδικασμένος να ζήσεις μια ζωή σαν των γονιών σου. Που τζαι τζείνοι, ήταν έξυπνοι τζαι ικανοί πολλά αλλά έδωκεν τους την πουπάνω το Σύστημα. Εν είχαν ευκαιρίες. Καμίαν τζαι ποττέ! Τζαι αν το αμφισβητείς τούτο πραγματικά έζησες τζαι εμαγάλωσες σε μίαν Κύπρο πολλά διαφορετική που τζείνη που εμεγάλωσα εγώ! Τζαι οι γονιοί μου. Βίοι παράλληλοι τζαι άλλοι κόσμοι… Μα εντελώς άλλοι κόσμοι… Πίστεψε με… επειδή εγώ είδα τον κόσμο σου τζαι απέχει πολλά που τον δικό μου!

Σημαίνει η μάνα σου να μεν εμπόρεσεν να τελειώσει ούτε καν το δημοτικό επειδή οι γονιοί της ήρταν οικονομικοί μετανάστες που την Πάφο που εθκίωξαν τον παππού που τα μεταλλεία επειδή ήθελε καλύτερες συνθήκες ζωής. Σημαίνει που το να είχασιν φαί στο τραπέζι ήταν θέμα τζαι ζήτημα που η μάνα σου το μημονεύει ακόμα τζαι σήμερα… σημαίνει ο παπάς σου να δουλεύκει στα εργοστάσιο των παππουτσιών που τα 12 του τζαι να έσιει σήμερα μερική πνευμονική ανεπάρκεια που τις αναθυμιάσεις των γόμων τζαι των τριμμάτων που είχασιν τα δέρματα.

Σημαίνει μετά μιαν οικογένεια με προβλήμματα πολλά οικονομικά τζαι κοινωνικά-διότι η φτώχεια τζαι οι παρέες της εν σε αφήνουν ήσυχο να πνάσεις τζαι να ζήσεις καλά τζαι μόνο στα παραμύθκια εζήσαν κάποιοι φτωχιοί τζαι ευτυχισμένοι… Σημαίνει ένα που τα αδέλφκια σου να μεν εμπορέσε να τελιώσει καν το γυμνάσιο. Σημαίνει ένα σπίτι που εκτίστηκε με κόπο τζαι έμεινεν ατέλειωτο τζαι εσύ εζούσεν μέσα τζαι αντρέπεσουν να καλέσεις τους συμμαθητές σου. Σημαίνει να είσαι 17 χρονών τζαι το μέλλον σου να εν θολόν τζαι ατέρμονο τζαι να ευκαριστείς που εγίνηκεν το πανεπιστήμιο κύπρου τζαι εμπόρεσες εσύ να σπουδάσεις. Σημαίνει πολύ κόπον τζαι ιδρώτα τζαι να βουράς πάντα να φτάσεις τους άλλους, δρωμένος τζαι διαλυμένος στην αφετηρία τους. Την ωραία, την όμορφη. Την Κυπριακή. Σημαίνει μετά δυσκολίες πολλές στην δουλειά. Που εν ηξέρεις κανέναν, που είσαι που οικογένεια που εν μετρά, που φέρεις μαζί σου ταμπού τζαι κατάλοιπα. Ναι φυσικά... Ούλοι οι άλλοι εν άξιοι τζαι επιάναν τες δουλειές αξιοκρατικά... Σημαίνει να λυπάσαι τους φτωχούς ούλου του κόσμου. Να διάς φαϊ στους φτωχούς τους συνταξιούχους της γειτονίας, να ανάφκεις τα καντήλια των γέρων που επέθάναν πρόσφυγες μόνοι τους, να λυπάσαι τους λαθρομετανάστς τζαι να συμπάχεις με τους κατατρεγμένους. Διότι είσαι τζαι εσύ. Όπου τζαι να είσαι σήμερα, ότι έκαμες ότι τζαι να επέτυχες… Τζαι ναι, γίνεσαι πολλά μελό…πάρα πολλά... τζαι μπορεί να ακούεις τζαι πολλά τον Παπακωνσταντίνου. Τζαι ενίοτε να σε πιάνει τζαι να μπαίνεις κοινώς μες τα πετσιά σου, καλή ώρα όπως εγώ σήμερα… να κάμνεις ενδοσκοπήσεις... Γενικά…Τέλος πάντων… για μένα αριστερός εν τούτα ούλα που σημαίνει… τολμώ να πω ότι λαλώ ότι είμαι αριστερή… ρωτήσουν με εν με ρωτούσιν. Τζαι όι, εν αντρέπουμαι… Εν θα μπορούσα ποττέ μου…

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

Εν με παίζουν...

Ετσακώθηκα με κάτι φίλες μου… βασικά έκαμα ένα λιγάκι πικροχολέ σχόλιο για τους δασκάλους που παραπονιούνται συνέχεια στο φέισμπουκ καθώς τελειώνουν οι διακοπές τους  («ΑΑΑΑ!!!!ακόμα 24 μέρες και ανοίγουν τα σχολεία!!!!», «Τρεις βδομάδες και πόψε!!!Γιατίιιιιι», «Ακόμα δύο βδομάδες και πάμε πίσω στα βάααααασανα!»)… τέτοιο το νόημα… βασικά είπα «σιγά ρε φίλοι  δάσκαλοι! Κάνετε δύο μήνες το καλοκαίρι διακοπές! Εμείς με το ζόρι δύο βδομάδες»… σχολίασε εν αγνοία μου ένας φίλος μου πως οι δάσκαλοι κάνουν την πιο εύκολη δουλειά του κόσμου και κάνουν και τέσσερεις μήνες διακοπές (με το οποίο δεν συμφωνώ… δεν σχολιάζω τις δυσκολιές που αντιμετωπίζει ο καθένας στην δουλειά του. Σχολιάζω πως είναι προκλητικό να κλαίεις και να οδύρεσαι δημοσίως για την δουλειά σου και ειδικά για έναν που το πιο εύκολα κομμάθκια της…) … με τα πολλά πήραν φωτιά τα σχόλια καθώς εγώ αμέριμνη ετοίμαζα κλαίγοντας τα διδυμάκια για το πανεπιστήμιο (σόρρυ, το νηπειαγωγείο)… όταν η πτωχή πλην τίμια πήγα να μπω στο φέισμπουκ γινόταν ένας μικρός χαμός και κακώς (παραδέχουμαι!!) εσχολίασα σε κάποιους που παρομοίασαν μια  μέρα στο σχολείο όπως μιαν ημέρα στην εντατικήν (I don’t think so) ότι εκείνοι διάλεξαν αυτό το επάγγελμα… Προς υπεράσπιση... εσκοτώθηκα να πιάσω τρεις μέρες άδεια να πάρω σχολείο τα μωρά... τζαι ας επαναλάβω πως δεν σχολιάζω την δυσκολίατης δουλειάς  ή οτιδήποτε… τα γέριμα που ελάλεν τζαι  ο παππούς μου! Εσχολίαζα που παραπονιούντασιν  που τους εμείναν τρεις βδομάδες διακοπές και τι μεγάλη εν η συμφορά που πάσιν πίσω σχολείο!! Τέλος πάντων. Μια φίλη μου, δασκάλα, που μένει πλέον εξωτερικόν νευρίασε μαζί μου και τα έχωσε πως δεν είμαι καλή φίλη με βάση το σχόλιο αυτό. Η τύπαινα του εξωτερικού ήρθε προχτές Κύπρο και κανονίζει συναντήσεις με άλλους και εμένα με αφήνουν εκτός! Σήμερα έπιασα μια φίληνα βρεθούμε  και έμαθα πως ήταν στο πάρκο με την φίλη του εξωτερικού και μια άλλη με τα μωρά τους και εμένα δεν με κάλεσαν… νιώθω λίγο σαν πεντάχρονο που το άφηκαν έξω που το παιχνίδι και δεν θέλουν να το παίξουν… είναι η δεύτερη φορά στην -ενήλικη- ζωή μου που δεν με παίζουν και νοιώθω λιγάκι πληγωμένη… Είμαι καλή φίλη… αλήθκεια! Να περαυτολογίζω –αυτόλιβανιστώ λίγο…  αγαπώ τους άλλους, νοιάζομαι, κρατώ επαφή τζαι κάμνω γλυκίσματα στα γενέθλια των μωρών τους (ακόμα τζαι σε φάση που νόμιζα εν θα γίνω ποτττέ μου μάνα!)… τέλος πάντων… είπα να τα γράψω να νιώσω λίον καλύτερα… επίσης αποφάσισα να γράφω γενικά Κυπριακά… άσχετο… δεν είναι πως μου λείπουν οι άνθρωποι ή η αγάπη στην ζωή μου… ευτυχώς εν είμαι πέντε χρονών… αλλά πάλαι λυπάσαι όταν εν σε παίζουν…

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

Οι φωτογραφίες του κόσμου της...

Οι φωτογραφίες ήταν ο κόσμος της. Απέθαντος κόσμος. Αιώνιος. Μόνιμος. Μια σταθερά. Η σταθερά της. Η ίδια ήταν πάντα η ίδια εκεί. Αναλλοίωτη. Αχάρακτη. Απείρακτη. Από τους ανθρώπους, τον χρόνο, τον εαυτό της.

 

Οι φωτογραφίες ήταν ο κόσμος της και τις είχε πάντα μαζί της. Άλλες στριμωγμένες στα συρτάρια του γραφείου της, άλλες στην μεγάλη τσάντα που κουβαλούσε πάντα μαζί της. Άλλες κρυμμένες καλά στα ντουλαπάκια της κουζίνας. Πίσω από το καλό σερβίτσιο του τσαγιού, προστατευμένες από το φως του ήλιου, την καθημερινή χρήση, το απρόσεχτο χέρι που θα μπορούσε να καταστρέψει το σύνολο. Ήταν πάντα μαζί της. Προσβάσιμες. Κάπου που θα μπορούσε να της αγγίξει εύκολα, να τις προσεγγίσει, να τις πάρει στα χέρια της. Να τις νοιώσει. Την σταθερά. Την σταθερά της.

 

Κάποιοι φυσικά κορόιδευαν αυτή την επίμονη εμμονή της. Κυρίως επειδή επρόκειτο για φωτογραφίες μονάχα τους εαυτού της. Δεν ήταν ας πούμε εικόνες του παιδιού της, του πρώτου της άντρα, μιας φίλης της. Ακόμα και οι φωτογραφίες που είχε, από τους δύο τις γάμους, απεικόνιζαν μονάχα εκείνη. Χωρίς τους συζύγους. Νύμφη ανύμφευτη. Ουσιαστικά άνευ ανδρός. Ανύπαντρη. Με το χλωμό νυφικό στην μια. Με το άσπρο ταγιέρ στην άλλη. Να χαμογελά με τα γλαρά της τα μάτια.

 

Επειδή κυρίως από τα μάτια χαμογελούσε. Το έλεγαν όλοι. Αυτής γελούσαν τα μάτια της. Όχι το στόμα, τα μάτια. Εκείνα τα τσακιλωτά, τα πρασινοκαφέ, τα μεθυσμένα, που μοίραζαν πάντα κρυφές υποσχέσεις. Τα κολασμένα. Στα αλήθεια από τις φωτογραφίες κι εκείνη, τα μάτια της κοίταζε πρώτα. Από τα μάτια θυμόταν την «σκηνή». Το περιστατικό της φωτογραφίας. Από τα μάτια της θυμόταν και ποιος ήταν μαζί της. Στην «σκηνή». Από τα μάτια. Αν ήταν ερωτεύσιμα, ήταν ο Τάκης, ο Σάκης, ο Λάκης. Μια αδυναμία την είχε στους δισύλλαβους άντρες. Που ήταν συνήθως κοντοί, και λαϊκοί. Αναλώσιμοι. Δισύλλαβοι. Τους ξέχναγε εύκολα. Αν ήταν ένοχα ήταν με μεγάλα ονόματα. Κωνσταντίνοι και Αλέξανδροι και συνήθως παντρεμένοι. Αν ήταν βαριεστημένα ήταν με την μάνα της. Αν τα πλημμύριζαν τύψεις, με τον γιό της που τον εγκατέλειψε, για να ζήσει βρε αδελφέ την ζωή της. Για να βγάλει φωτογραφίες.

 

Αυτές βασικά τις έμειναν τώρα. Να τοις κοιτάζει. Και να τις προστατεύει. Από ορατούς και αόρατους κινδύνους.

Ορατός κίνδυνος ήταν ο δεύτερος άνδρας της. Μιχάλης. Τρισύλλαβος. Ενδιάμεση κατάσταση. Μέτριος σε όλα του. Λίγο λαϊκός και λίγο μεγάλος και λίγο παντρεμένος. Τον χώρισε, αυτή και τα μάτια της, και τον πήρε. Να την φωτογραφία της γνωριμίας τους. Τρισύλλαβη κι αυτή. Όπως και η έκφραση στα μάτια της. Δουλεία. Επειδή είχε αποφασίσει να του υποδουλωθεί. Να παντρευτεί τον τρισύλλαβο και να ησυχάσει. Δεν ησύχασε όμως. Προέκυψε ζηλιάρης και απαιτητικός. Πραγματική υποδούλωση. Κάποτε κιόλας την χτυπούσε. Την ζήλευε. Είχε τα νεύρα του. Ακόμα και οι φωτογραφίες κινδύνευαν μαζί του και κάποιες πέθαναν κάτω από τα οργισμένα του δάχτυλα.

 

Αόρατοι κίνδυνοι. Ο χρόνος. Τις κιτρίνιζε. Τις προσέγγιζε ύπουλα και τις κατέστρεφε. Δεν έξαιρε τι να κάνει. Πώς να τον αντιμετωπίσει. Ειδικά με εκείνες τις πρώιμες έγχρωμες, που έτρεψε να τις τραβήξει πρώτη. Έφθιναν, έλιωναν, διαλύονταν μπροστά στα μάτια της, η μορφή της ξεθώριαζε και ανησυχούσε.

 

Το καλύτερο της ήταν πάντα οι μαυρόασπρες. Αν και έκρυβαν τι χρώμα είχαν τα μάτια, αναδείκνυαν πάντα  την υποσχετική τους. Και τις υποσχέσεις. Μισόκλειστα, ξελιγωμένα, αμαρτωλά. Δεν θέλει χρώμα η αμαρτία. Λέξη που ξεγελά αλλά με τέσσερις κοφτές συλλαβές. Μεγάλη λέξη. Τετρασύλλαβη. Κατάμαυρη. Αμαρτία.

 
Οι φωτογραφίες ήταν ο κόσμος της. Ακόμα και όταν θα πέθαινε, το είπε στον τρισύλλαβο, να τις τες βάλει μαζί της. Να την συντροφεύουν. Και στο μνήμα πάνω, να μην βάλλουν μια σύγχρονη. Να φαίνεται αναλώσιμη, χαραγμένη, πειραγμένη. Εβδομήντα χρονών. Ήδη ξεχώρισε ποιάν θέλει. Είναι μαυρόασπρη και είκοσι χρονών. Τα μάτια τα γλαρά μισόκλειστα, ξελιγωμένα. Με την αμαρτία. Κι ας έδιναν την υποσχετική για το που θα κατέληγε μετά θάνατο. Την κόλαση δεν θα την γλίτωνε, το ήξερε. Υπήρχαν τεκμήρια. Τα μάτια της. Λιγωμένα. Σε φωτογραφίες. Χιλιάδες φωτογραφίες. Ο κόσμος της. Ας ήταν τουλάχιστον αυτή τουλάχιστον η ανταμοιβή της. Ας την υπηρετούσαν τουλάχιστον κι αυτές μία φορά. Οι φωτογραφίες. Ήταν ο κόσμος της.

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

Καλή αρχή στη νέα μας ζωή!!

Πόσο με εκνευρίζουν οι μεταβατικές περίοδοι, οι φάσεις προσαρμογής και τα χρονοδιαγράμματα… τέτοια είναι και η μέρα η σημερινή. Ήμουν η ετοιμόρροπη μάμα που έκλαιγε αφήνοντας τα μωρά της στο νηπιαγωγείο. Ρεζιλίκια ολκής. Ποιος έχασε την ψυχραιμία να την βρω εγώ? Παρολίγον να κλαμουρίσω τα άλλα μωρά. Με εφυγάδεψε η νηπιαγωγός. Και τώρα είμαι στο σπίτι. Σε ένα σπίτι ήσυχο. Σιωπηλό. Η πρώτη ώρα έχει περάσει. Η πρώτη δυσκολία ανήκει στο παρελθόν. Βιώνουμε και πάλι ένα νέο απογαλακτισμό… Που είναι καλό για όλους μας…Μεγαλώνουμε και οι τρεις…  Ζουζουνάκια μου καλή αρχή στη νέα ζωή! Καρδούλες μου μικρές η ζωή είναι ωραία, πολύχρωμη και όμορφη και μόλις κάνατε ένα βήμα στο ωραίο της μονοπάτι! Καλή αρχή σε όλους μας…

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012

Άνοιγμα στη ζωή…




Τα διδυμάκια που Δευτέρας αρχίζουν νηπιαγωγείο. Αρχίσαμε ήδη τις ετοιμασίες, θα αγοράσουμε αύριο και τις τσαντούλες, θα πάρουμε πανάκια ρούχα και πετσέτες στο σχολείο και θα ανοίξουμε την πόρτα ενός νέου κόσμου. Η καρδιά μου σπαράζει και δεν θέλω να τα αφήσω να φύγουν. Πώς θα είναι για αυτά η νέα μεγάλη αλλαγή? Θα κλαίνε? Θα νιώθουν πάλι πως τα εγκαταλείπω? Θα συνηθίσουν εύκολα τις νέες καταστάσεις? Θα είναι σε ένα κόσμο που θα τα αγαπούν? Θα τα φροντίζουν όσο πρέπει? Κι αν τα σπρώξουν, και να τα δείρουν, αν δεν τα παίζουν τα άλλα παιδάκια? Πώς εντάσσονται δύο βρέφη σε μια μικρή κοινωνία άλλων μωρών? Θα κάνουν φίλους? Θα προστατεύει το ένα το άλλο? Τουλάχιστον θα έχουν το ένα το άλλο… Ελπίζω να πάνε όλα καλά… αλλά από Δευτέρας… δεδομένο… θα κλαίμε και οι τρεις…



Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

Το σύστημα... Β

Συνέχεια από το προηγούμενο…


Η είδηση για την νεοφερμένη με τα παράξενα κουσούρια και το γκρίζο το ταγιέρ έκαμε αστραπιαία τον γύρο της γειτονιάς. Σε λίγες ώρες είχαν όλες τις πληροφορίες και τα γεγονότα μαζεμένα. Ήταν δασκάλα με άντρα καθηγητή μαθηματικών (μαθηματικών???), μετακόμισαν στην περιοχή επειδή εδιορίστηκε στο σχολείο τους που θα άρχιζε τον Σεπτέμβρη, (ναι υπήρχε πιθανότητα να εν η δασκάλα για τα μωρά τους και να τους κάμνει και κάστια!), επήγαινε στη δουλειά με αυτοκίνητο και ήταν ιμις 37 χρονών και ας εφαίνετουν καλοδιατηρημένη και 27άρα!! Τούτα ούλα τα έμαθε βασικά η κα Αντρούλα η Παχιά αλλά εφροντίσαν και οι άλλες να μάθουν σιγά σιγά πληροφορίες για να χτίσουσιν την εικόνα. Μια εικόνα που δεν τους άρεσε καθόλου που την ενίσχυε κιόλας η συμπεριφορά της δασκάλας. Έκαμε παρατήρηση της κας Βυζατζιότισας ότι εγόραζεν λάδιν για να τηγανίσει το κοτόπουλο (εμείς το κάνουμε στην σχάρα!)… Είπεν της κα Μαρτούς πως δεν πιστεύει σε έτσι πράματα όπως τον καφέ και εξάλλου διάβαζε στα περιοδικά το ωροσκόπιο (το ποιο?)… Έπεισε της κα Λωξανδρού να πάει σε γιατρό και το χειρότερο? Είπεν της κα Αντρούλας ότι πρέπει να αδυνατίσει!

«Μα ποια? Η κα Αντρούλα?», ρώτησε ο κος Βασίλης ο συντεχνιακός. Του εμετέφερε τα καθέκαστα η γυναίκα του η κα Παναγιώτου. Έτρωγε τα βαζάνια του με το λάδι και το σκόρντο, τα βουτημένα στην τομάτα και τις παπατούδες τις γιαχνιστές και άκουγε με μισό μάτι (ή μάλλον στόμα) την γυναίκα του να σαλαβατά για την δασκάλα. Ενευρίασε η Παναγιωτού, ετράβησεν του το πιάτο μακριά, έμεινεν ο καημένος με το ψουμί το αθηαινήτικο στο χέρι να στάζει. «να μπο σιόρ?», ενευρίασε και ο ίδιος.

«Άκουμε με» λαλεί του η κα Παναγιωτού. Δώσε προσοχή! Εν είναι αστεία τα πράματα. Είσαι ο συντεχνιακός. Έχεις ευθύνη! Η δασκάλα εν μια νεκατώστρα. Ενεκάτωσεν την γειτονιά, αλλάσει την τάξη των πραμάτων. Πρέπει να φύει!».

«Τζαι τι θέλεις να κάμω εγώ σιόρ?», είπεν νευριασμένα ο Βασίλης και ετράβηξε πίσω το πιάτο του (κάμνει τα λουκούμιν η γέρημη εσκέφτηκεν τα βαζάνια), «πώς να την διώξω? Να την σκοτώσω?»

«Εν είπεν κανένας να της κάμεις κακό», είπεν με μισό στόμα η κα Παναγιωτού. «Να την μεταθέσεις λαλούμεν»…

«Τζαι ποιος είμαι εγιώ καλέ? Ο Υπουργός παιδείας?», επήρεν τα για τα καλά ο Βασίλης. «Τζαι στο κάτω κάτω τι έκαμε η γεναίκα? Αμφισβήτησεν την τάξη σας τζαι πως κάμνετε τα πράματα? Εν που είπε της πασσιάς να χάσει κιλά? Ή που έστειλεν την φτωχήν Λωξανδρού να πάει στον γιατρό? Εν που ζηλεύκετε! Τζαι να με παραιτήσεις!»

Η κα Παναγιωτού, ενευρίασε, εσκούλησεν την ο θυμός, αλλά εξεσκουλήστηκεν άμεσα και έβαλε κάτω τα μεγάλα μέσα. «Όπως νομίζεις Βασίλης. Ποια είμαι εγώ να αμφισβητήσω την δασκάλα? Εν τζαι μορφωμένη και νέα τζαι ξέρει πολλά. Μπορεί να έχει και δίκαιον σε τζείνα που λαλεί», είπε με αδιάφορη φωνή. «Είδες?», λαλεί της ο Βασίλης. «Κάμε τωρά έναν καφέ τζαι φέρε το δίπλα να δω την Χαραυγή».

(Όπως τα έργα που θα σου ξανακάμω βαζάνια) εσκέφτηκεν η κα Παναγιωτού τζαι έγνεψεν του «Εντάξυ»… Μετά όπως έκαμνεν τον καφέ εφώναξε του που μέσα. «Αλλόπως καλό τζαι τζείνα που λαλεί για το σύστημα εν σωστά», είπε αδιάφορα…

«Ποιόν σύστημα πάλε?»

«Ε, το δικό μας. Το κομμουνιστικό. Λαλεί τούτα ούλα εν πελάρες και ιμίς οι δικοί μας στην Σοβιετική καταπιέζονται τζαι εν έχουν ελευθερίες»…

«Τι λαλείς σιόρ?», ενεύριασεν ο Βασίλης. «Ποια τα λαλεί τούτα? Τι λαλεί ακριβώς?», ανησύχησεν ο Βασίλης.

«Εν ηξέρω Βασίλη! Εν η δασκάλα που τα λαλεί. Εγιώ είπα της, που επίαμεν πέρσι τζαι πρόπερσι. Για την Βουλγαρία, για τον κόσμο που πάει σκολία τζαι πανεπιστήμια. Για την Ρουμανία που φροντίζει η κυβέρνηση να περνά καλά ο λαός. Αλλά τι να σου πω. Εν με επίστευκεν. Εν πελάρες λαλεί τζαι κάποτε τούτο ούλον το σ΄συτημα εν να καταρρεύσει!»… Η κας Παναγιωτού έβαλε τον καφέ στο φλυτζανάκι. Έκαμενν τον καλόν και ωραίον. Και τον άντρα της επίσης. Είδεν τον να δρώνει. Να βάλει το δακτυλούδιν του στον γιακά και να τον τραβά. Ελυπήθηκε τον. Άνοιξε την φίζα και έβαλε του κι ένα γλυκό βαζανάκι (γενικά επέρναν της σε ούλες τις μορφές το βαζάνι)… Επήρε του τον καφέ και ετοιμάστηκε να τον αποτελειώσει. «Έτσι λαλεί ναι… Ξέρω…Ποια είμαι εγώ να αμφισβητήσω την δασκάλα? Εν τζαι μορφωμένη και νέα τζαι ξέρει πολλά. Μπορεί να έχει και δίκαιον σε τζείνα που λαλεί».

Ενευρίασεν ο Βασίλης. Ήπιεν τον καφέ μονορούφι και επίεν στο τηλέφωνο. Μιλούμεν εξήχασεν να φάει και το βαζανάκι! Έτσι κακόν η δασκάλα!! Να αμφισβητεί το σύστημαν! Επίεν αποφασιστικά το τηλέφωνο τζαι εχαμογέλασεν. Θα εκανόνιζεν καλά την δασκάλα. Πύρκος!

Για όσους εν ηξέρουσιν… Την Τυλληρίας… «Έλα Σαββή? Ο Βάσος…»

Κυριακή 29 Ιουλίου 2012

Το σύστημα ...Α

Μέχρι τα 17 μου νόμιζα πως ο κόσμος αποτελείται από σπίτια φτωχικά, βουτηγμένα στην παρακμή, μεροκαματιάρηδες που σχόλαζαν από τα εργοστάσια στις 4 το απόγευμα και έτρεχαν νηστικοί να φάνε βραστά φασόλια, νοικοκυρές μανάδες που κρατούσαν το σπίτι με χίλια ζόρια, με 5 λίρες μεροκάματο, με ξύλο από τους συζύγους, με κουτσομπολιά και γλυκό καρυδάκι. Υπήρχε πάντα κάποια να χαλάει την πιάτσα και το σύστημα. Η γυναίκα του αστυνομικού! Η κα Χαρούλα που ήταν άνετη, φόραγε συχνά καινούργια ρούχα και είχα τα παιδιά της δύο ζευγάρια παπούτσια γυμναστικά. Η η  κα Παναγιωτού του συντεχνιακού. Αυτή το έπαιζε φτωχιά και συμπονετική, κυρίως όταν πλησίαζαν εκλογές, αλλά να τα ταξίδια στις Ρουμανίες και τις Βουλγαρίες και τα καινούργια σκότα για τον σύζυγο. Όπως και να έχει… ακόμα και αυτές «οι πλούσιες» συμβάδιζαν ανελλιπώς με τις άλλες λες και υπήρχε ένας άγραφος και απαράβατος όρος στην γειτονιά: Ήταν όλες χοντρούλες και λιγάκι παρηκμασμένες από τα 25  τους. Καμιά δεν πήγαινε εκκλησία τις Κυριακές, καμιά δεν δούλευε, καμιά δεν οδηγούσε αυτοκίνητο. Καμιά δεν εμπιστευόταν πολύ τους γιατρούς. Για όλα υπήρχε μια καλή και εύκολη λύση και τα προβλήματα ελύνουνταν άμεσα, μακριά από τα βλέμματα και τις έγνοιες των αντράδων τους. Αν κάποια πήγαινε να αρρωστήσει ή της πάθαινε κάτι το παιδί, θα πήγαινε στην κυρία Λωξανδρού να της κάμει τα γνωστά της γιατροσόφια. Αν είχε άλλα ζητήματα και προβλήματα αγάπης θα πήγαινε στην Κα Μαρτού να της πει τον καφέ και να της κάμει τα δικά της. Για συνταγές ήταν η Βυζατσιότισα (εκ Βυζακιάς ορμώμενη και έχουσα και το ανάλογο στήθος). Για προβλήματα συζυγικά ή και δεμένα προξενιά  κα Αναστασία με τρία διαζύγια και εφτά φίλους που ήταν και καπνίστρια. Και για θέματα στάιλινγκ η κυρία Αντρούλα η επονομαζόμενη και η Παχιά. Η ράφταινα της γειτονιάς, που μπορούσε να σου να σου φέρει τον κόσμο ανάποδα και να σου φτιάξει ταγεράκι με το πάφτηνο το ρούχο που αγόρασες μισοτιμής από τον Αρμένη στην Ονασαγόρου και να σου το κάμει να μοιάζει με πραγματικό ταγιέρ. Μιλώντας για ταγιέρ ήταν αυτό ακριβώς που έγινε η ρίζα του κακού και οδήγησε στον εξοβελισμό της Περσεφόνης της δασκάλας. Ήταν ταγιέρ μάλινο, από ύφασμα καλό, ντε πιές ιμίς αγορασμένο από την Λήδρας από το καινούργιο κατάστημα με τα ετοιματζίδικα που το οποίον εψούμνιζαν οι λεφτούδες και που ακόμα και η κα Χαρούλα με τόσα λεφτά από τον μιστό του αστυνομικού δεν τολμούσε να αγοράσει! Ήταν γκρι με ωραία μαύρα κουμπιά και πιέτα στην φούστα πίσω, καλοβαλμένο και γουστόζικο που η Περσεφόνη το πήρε στην κα Αντρούλα να της το μαζέψει «επειδή έχασα 3-4 κιλά και  θέλει στένεμα». Η Αντρούλα η επονομαζόμενη και παχιά, διηγιόταν στην κα Μαρτού την ιστορία λαλώντας τα απίστευτα. «Να την λύει η μύλα μου κα Μαρτού μου. Να μου λαλεί έχασε κιλά να νομίζω πως εν άρρωστη τζαι τούτη να λαλεί έκαμε δίαιτα! Τι σημαίνει δίαιτα? Επάχυνε λαλεί και έκοψε το φαϊ να παστήνει!». Έκοψε το φαί? Πως γίνεται να έκοψε το φαί εσκέφτετουν η κα Μαρτού, που θυμάται ακόμα που μωρό εδίαν της η μάνα της κουφετούες του μπακάλι με ξεροκόμματο και της έλεγεν «Μαρτού μου να σκέφετσαι πως η κουφέτα σου εν τυρί, η κουφέτα σου εν λούτζα, η κουφέτα σου εν πατατούες γιαχνί!... Έκοψεν το φαι! Και να ήταν μόνο τούτον. Εδούλευκεν λαλεί σου. Ήταν δασκάλα! Και είχε και άδεια και οδηγούσεν και αυτοκίνητο. Και έτυχε να έρτει την ώρα που της έσαζεν το ταγιέρ η κα Σοφούλα να πει της Αντρούλας να της δώσει γλυκό καρυδάκι να βάλει του μωρού της πάνω στα χείλη που έωγαλε μπαμπυλούδες που το ρουσόυδιν και να τους κοιτάζει με το μισό της και να τους λαλεί  «αυτά τα πράματα εν ανοησίες» και να πάρουν το μωρό στο γιατρό ιμίς « για διο μπαμπουλούδες και για το ρουσούδιν!!», να πληρώσουν τον μισθό ενός σπιτιού να τους πει ο γιατρός αν το έχουν στα σκοτεινά για να χαρεί η Περσεφόνη που μου εφόραν και γκρίζα ταγιέρ!

(συνεχίζεται)

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

«Η ηλικία των 33 η πιο ευτυχισμένη στη ζωή του ανθρώπου»

«Η ηλικία των 33 η πιο ευτυχισμένη στη ζωή του ανθρώπου»


Νομίζω πρέπει να σταματήσω να διαβάζω εφημερίδες! Και αν μην λαμβάνω υπόψη τις έρευνες που δημοσιεύουν. Η τελευταία που διάβασα σήμερα στο ΒΗΜΑ αναφέρει πως «Η ηλικία των 33 η πιο ευτυχισμένη στη ζωή του ανθρώπου»! Σύμφωνα με την έρευνα στην ηλικία αυτή το άτομο αποτινάσει την ξέφρενη συμπεριφορά που είχε ως άγριο νιάτο χωρίς να έχει κουραστεί από την ίδια την ζωή. Στην ηλικία αυτή το άτομο έχει σπουδάσει, είναι χαρούμενο που έχει βρει δουλειά, έχει δημιουργήσει οικογένεια, έχει βιώσει την χαρά της γέννησης ενός παιδιού χωρίς να έχει κουραστεί ή να έχει μπουχτίσει από όλα αυτά.


Ενδιαφέρον. Εγώ που σε τέσσερεις μήνες κλείνω αισίως τα 37 (μην ανησυχείτε, όλοι μου λένε πως δεν μου φαίνεται!) προφανώς ήμουν πολύ πιο ευτυχισμένη πριν τέσσερα χρόνια. Μπούρδες…

Είναι παράξενη ωστόσο η ζωή. Το σκέφτομαι πολύ τον τελευταίο καιρό. Στις σπάνιες στιγμές της γαλήνης, την μοναξιάς πλέον, της σιωπής που την πεθύμησα λιγάκι… σκέφτομαι… Είμαι ευτυχισμένη? Και τελικά τι είναι η ευτυχία? Μήπως οι μικρές εκείνες στιγμές που νιώθεις πως θα σπάσει η καρδιά σου από αγάπη? Η γαλήνη της αγκαλιάς της αγάπης σου. Τα παιδικά μου τα κεφαλάκια… Το κράτημα από τα χεράκια τους, το πνεύμα της εμπιστοσύνης. Ή τα πιο κοινά. Που μου φτιάχνεις το σάντουιτς μου το πρωί. Που μου έφερες ένα ποτήρι κρασί στο δείπνο. Που είσαι δυνατός και με αγαπάς. Οι φίλοι που τελικά είναι εκεί με τα δικές του υπαρξιακές αγωνίες… Ο χρόνος που περνά… Αδυσώπητος… και ξαφνικά θα γίνεις 37! Η ρουτινιάρικη ζωή, τα πλυντήρια, το μαγείρεμα, το σπίτι, τα ρούχα, εσύ ως γυναίκα, οι δίαιτες και πάλι… τα βιβλία, οι ταινίες σου, η μουσική… Αυτά που έκανες, που έζησες, που έσφαλες… αυτά που δεν θα προλάβεις… αυτά που κάνεις…

Πότε είσαι ευτυχισμένος τελικά?

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

Φως...

Και μερικές φορές το μόνο που θέλεις είναι να χωθείς μέσα στον πυρήνα της ύπαρξης σου. Να μπεις μέσα, να μείνεις, να κρυφτείς. Να μην αφήσεις κανένα παράθυρο για κανένα και για τίποτα. Ούτε καν στο φως. Απλώς μπαίνουν από χαραμάδες κάτι δαχτυλάκια, κάτι μικρά ποδαράκια. Σου κλωστούν την πόρτα. Άνοιξε. Δεν μπορείς πια. Ανοίγεις. Ο κόσμος είναι αγνός και καθαρός και ολοφάνερος και γεμάτος φως.