Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Τυφλά ραντεβού



«Ένα το χελιδόνι και η άνοιξη ακριβή!»…

«Χριστέ μου», εσκέφτηκε ο Πέτρος, «Χριστέ μου Χριστέ μου βοήθα με να μεν φωνάξω». Αποφάσισε να μην φωνάξει. Αντίθετα, ίσιωσε το λευκό του το πουκάμισο, κούμπωσε το τυχερό του χαϊμαλί στο χέρι και αναγκαστικά πέρασε από την κουζίνα για να πιάσει τα κλειδιά του αυτοκινήτου να πάει στο καλό.

«Που πάεις;», ρώτησε μισο-αδιάφορα μισο-επιδεικτικά ο παπάς του. Με το τσιγάρο να καπνίζει χαλαρά από τα χείλη του. Με το κορμί να δείχνει το ραδιόφωνο. Η άνοιξη είναι ακριβή. Ο Πέτρος κατάλαβε πως το άσμα στην διαπασών απευθυνόταν στον ίδιο, πώς τα είχε καταφέρει να μην πέσει στην παγίδα ακόμα και πως σε λίγα λεπτά θα μπορούσε να διαφύγει.

«Άεις τον. Έσιει ραντεβού!», είπε με καμάρι η μάνα του. Στεκόταν στον νεροχύτη και καθάριζε αγκινάρες. Είπε ξανά. «Έσιει ραντεβού!». Πιο δυνατά από ότι έπρεπε. Ν ακουστεί. Να ακούσει η γειτόνισσα δίπλα. Ο σκοπός. Ο παπάς του εσήκωσε τα φρύδια του. Τον εκοίταξε πειρακτικά. Πήγε κάτι να πει αλλά το μετάνιωσε. Και ο Πέτρος το μετάνιωσε. Τον κοίταξε. Εσκέφτηκε να μιλήσει.  «Χριστέ μου είμαι πια σαράντα χρονών!». Ο παπάς έκλεισε τα μάτια του. «Πάρε μαζί σου έναν τριαντάφυλλο!», του είπε. «Να σε καταλάβει».

Ώστε το ήξερε. Για το τυφλό του ραντεβού. Με μια κοπέλα. Κόρη φίλης της μάνας του. Στα 37. Όμορφη. Με δική της δουλειά! Καλό! Με νηπιαγωγείο. Δασκάλα! Και ιδιοκτήτρια. Δεν του ζητούσε τίποτα. Ένα καφέ. Δίπλα στην γειτονιά. Να την δει, να τον δει. «Που ξέρεις;», του είπε με ελπίδα. «Πού ξέρεις…».

Μάμα μου, επήγεν να της πει. Μάμα μου καλή μου μάμα. Νόμιζα τα εμιλήσαμεν. Νόμιζα τα συζητήσαμε. Εγώ με τις γυναίκες, δεν.. Δεν μπορώ δεν την θέλω. Δεν καταλαβαίνω. Εξάλλου σου είπα για τον Κώστα. Είπα σου! Ο Κώστας… Αχ ο Κώστας, ο Κώστας, ο Κώστας…

Αλλά η μάνα του έκλεισε τα μάτια της. «Έναν καφέ! Έναν καφέ. Τζαι πού ξέρεις; Μπορεί να σου αρέσει. Να δοκιμάσεις! Να δεις». Άνοιξε τα μάτια της. Που ξέρεις. Να σε δει η γειτόνισσα, να σε δει η γειτονιά. Να δουν ότι μπορείς. Να σε δουν.

Ο Πέτρος πήρε το αυτοκίνητο και οδήγησε στον παραλιακό να δει τουλάχιστον ο ίδιος την θάλασσα, να χορτάσει το βλέμμα του άμμο, αφού το πρωί θα πήγαινε χαμένο με την βλακεία που ανέλαβε να κάμει. Δεν ήταν που ντρεπόταν ή που δεν μπορούσε να ορθώσει το ανάστημα του στην μάνα του. Ζούσε άνετα ελεύθερα και ζωντανά την ζωή του στην Λευκωσία. Είχε βγει ας πούμε από το κουτί. Είχε κιόλας προσπαθήσει να της εξηγήσει ξανά και ξανά. Και είχε πραγματικά νομίσει ότι εκατάλαβε. Της γνώρισε κιόλας τον Κώστα, τον εβρήκεν και όμορφον για όνομα του Θεού! Απλώς… Ήταν εκείνη η ικεσία στα μάτια της. Να της σώσει την υπόληψη στην γειτονιά. Να δουν και οι άλλοι να καταλάβουν. Πού ξέρεις; Δοκίμασε… Που ξέρεις…

Αυτό που ήξερε ήταν πως βασικά το πρόβλημα ήταν που είχε τσακωθεί με τον Κώστα. Για αυτό τα βρόντησε όλα και έφυγε για το πατρικό του. Τσακώθηκαν άσχημα. Σχεδόν τον έδειρε. Σκοτώθηκαν. Και είχε διαλυθεί. Ήθελε να πάει σπίτι του. Να πάει στο πατρικό του… στην γαλήνη του. Να κάτσει στο δωμάτιο του να καταλάβει. Και όχι να δίνει εξηγήσεις. Για αυτό που είναι. Αυτό που ήθελε να κάμει. Και να βγαίνει και τυφλά ραντεβού. Ο πάτος. 

Η 37χρονή καθόταν ήδη στο καφέ όταν πλησίασε. Ήταν μια νόστιμη μελαχρινούλα, λίγο γεμάτη με αχτένιστα σγουρά μαλλιά. Με έναν αέρα δεκαετίας του 80 στις κινήσεις. Με μαύρα μαλλιά, με πρόσωπο χλωμό, λευκό, σαν χιόνι. Διάβαζε το βιβλίο της και όταν τον είδε δίπλωσε βιαστικά την σελίδα. Είχε νύχια κοντά και άβαφτα. Ο Πέτρος ταράχτηκε. Έβρισκε πάντα να υπάρχει κάτι εύθραυστα τραγικό στα άβαφτα νύχια μιας γυναίκας. «Τι πίνεις;», την ρώτησε και άπλωσε το χέρι του «Πέτρος». «Καφέ με γάλα του είπε. Άντρη. Το ξέρω». Χαμογέλασε νευρικά και μετά τον κοίταξε με θάρρος. Ήταν πολύ αθώα για 37χρονή σκέφτηκε με σπαραγμό. Για τυφλό ραντεβού μαζί του στο Παραλίμνι. Με τα άβαφτα τα νύχια της. Το βιβλίο της. «Τι είναι», τον ρώτησε. Την τρόμαξε η ησυχία του, ο τρόπος που την κοίταζε. «Τίποτε», της είπε. Τίποτε. Τον έπιασε ίλιγγος. Σηκώθηκε απότομα πάνω. Τίποτε. Το τηλέφωνο του βρόντηξε. Κοίταξε το ρολόι του. Σίγουρα ήταν ο Κώστας. Δεν μπορούσε να του μιλήσει τώρα. Ζαλίστηκε. «Τι είναι;», τον ρώτησε εκείνη. Τον είδε που κοίταζε νευρικά το τηλέφωνο. Μισόκλεισε τα μάτια της. «Ποιος είναι;» Ο Πέτρος νευρίασε. Αυτή και τα νύχια της. Πέντε λεπτά σε τυφλό ραντεβού και μοιάζει με απατημένη σύζυγο. Σηκώθηκε και έφυγε… τρέκλισε… «Τι είναι;» του φώναζε αυτή… «Ποιος είναι»… Πήρε το αυτοκίνητο να φύγει… Έξω έπιασε να ανεμίζει αέρας να σπάζει την ζέστη. Να σπάζει τον κίνδυνο… Έτρεξε γρήγορα στο σπίτι του. Να πάει στο πατρικό του… στην γαλήνη του. Όρμησε μέσα να γλιτώσει. Το σκηνικό στην κουζίνα το ίδιο. Η μάνα του με τις αγκινάρες. Ο πατέρας του να κάθεται… Να ακούει αγέρωχα την μουσική του.. Είχε άλλαξε και άσμα. «εσύ στο χώμα κι εγώ στην φυλακή» έλεγε το τραγούδι… Ο Πέτρος μπήκε μέσα φουριόζος, έριξε κάτω με το χέρι του το ραδιοφωνιάκι να σπάσει. Να σταματήσει. Η μάνα του εγύρισεν να τον κοιτάξει λυπημένα. Πως επήγεν; Ο παπάς του τον κοίταξε ατάραχος και άναψε τσιγάρο. «Πούστης. Είσαι πούστης», του είπε…

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

Μετά τις εκλογές: Στο μονοσάνδαλο νεφέλωμα αδελφοί μου!


Στο μονοσάνδαλο νεφέλωμα αδελφοί μου!

Τις τελευταίες μέρες παρακολουθήσαμε πολλά χαριτωμένα στην όμορφη μπλογκερική μας οικογένεια (βρισιές, κλοτσιές, βελάσματα, κομματικές εξάρσεις εθελοτυφλίας και δεν συμμαζεύεται).

Σήμερα το Μονοσάνδαλο νεφέλωμα κάνει μια έκκληση αγάπης. Σας μεταφέρω το μήνυμα. Να βρεθούμε να μιλήσουμε για το πώς μπορούμε να βοηθήσουμε αυτούς που έπληξε η κρίση.

«Χωρίς καμία κομματική σκοπιμότητα, χωρίς προκαθορισμένη αντζέντα», τονίζει.

Διαδώστε το. Το μήνυμα της αγάπης.

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Χριστούγεννα με την Βαβυλωνία!

Φιλενάδα Ποστμπάπιλον!

Εχάρηκα πολλά που θα έκαμνα σε σένα δώρο!  Στον εικονικό κόσμο του διαδικτύου είσαι μια ζεστή και όμορφη φίλη με την οποία  που νιώθω να επικοινωνώ σε επίπεδο γαστρονομικό, πολιτικό και άλλο. (Άσχετο, αλλά να σου πως ότι προχτές έκαμα το τζιζκέικ σου με τα ορέο μπισκότα και έγινε τέλειο…)… Όπως και να έχει, εδυσκολέυτηκα πολύ να σκεφτώ τι δώρο σου αξίζει και μπορούσα να σου κάμω… Είχες κι εσύ μια δύσκολη χρονιά, κατανοώ! Και σε απασχολεί αν θυμάμαι πολύ και το μέλλον. Έτσι, σου κάνω δώρο κάτι στο ποίο είμαι πραγματικά καλή και από ότι μου λένε πιάνει:

 

Φιλενάδα ανοικτή πρόσκληση να σου πω το φεντζάνι! Είμαι πολλά καλή! Επέρασεν μου το η μάνα μου. Ότι πως φκαίνει, ότι δω γίνεται, έχω τζαι συστάσεις. Νομίζω θα είσαι Κύπρο αλλά θα λέιπω εγώ!! Έρχομαι πίσω στις 5 και αν είσαι δαμαί να βρεθούμε να σου πω το ριζικό σου! Αν θα έχεις φύγει επιφυλάσσομαι! Σου το χρωστώ!

Φιλιά πολλά και καλές γιορτές να περάσεις!!

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

Παράθυρα…


Η τρόικα εν πάνω που την κκελέ μας. Ούλος ο κόσμος έχει την αίσθηση πως παίζεται το μέλλον μας στα ζάρκα κάποιων που εν ηξέρουν τι θα πει η δική μας η ζωή. Ο κόσμος που ξεράμεν γενικά αλλάζει. Εν σαν να αλλάζεις στάτους. Το να γίνεσαι πιο φτωχός σημαίνει πως χάνεις τα δικαιώματα που είχες κερδίσει με κόπον στην ζωή σου. Εν είναι απλώς θέμα να μεν μπορείς να πηαίνεις αισθητικό ή να αγοράζεις βιβλία δύο φορές τον μήνα. Η ποιότητα ζωής έχει να κάμει με το δικαίωμα και την ικανότητα να μπορείς να συμμετάσχεις στην λήψη των αποφάσεων, να μπορείς να αποφασίζεις για το μέλλον και την δική σου ζωή. Να μεν είσαι υποχείριο, εξαρτημένος. Καημένος… Τούτον εν περίπου η αστική τάξη που παύει σιγά σιγά να υπάρχει. Ο κόσμος γενικά αλλάζει. Μπορεί να άλλαζεν και πριν και δεν ήμασταν σε θέση να αντιληφθούμε πόσο πολύ. Τωρά ούλα κινούνται γρήγορα και δραματικά. Πόσον μελαγχολική μπορεί να είναι μια Κυριακή… Ευτυχώς υπάρχουν τα παράθυρα… Έξω που το σπίτι μας είναι ένα χωράφι. Άρχισεν να πρασινίζει που τα νερά… εν είναι απίστευτη η εικόνα του πλυμένου ουρανού? Η πλάση εν ακόμα καθαρή. Ότι και να κάμουν. Εν ωραία να ξυπνάς και να κοιτάς έξω που το παράθυρον. Και μέσα εν ωραία να κοιτάς. Εν καλά που μας έχουμε ακόμα τα παράθυρα μας… έξω εν ο κόσμος του πλάστη μας. Μέσα εν η πλάση μας…ευτυχώς που έχουμεν τα παράθυρα…

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

Βαρύ κρυολόγημα


Ο παππούλης ήταν κοτσονάτος και μπήκε με φούρια στο γραφείο μας διαμαρτυρόμενος για τις σκάλες. «Μα να μην έχετε ασανσέρ!». Του χαμογελάσαμε και  παραγγείλαμε καφέ. Ήρθε να κάμει δώρο το βιβλίο του στον συνάδελφο, μια μελέτη για το Κυπριακό, να τον ευχαριστήσει για μια παλιά εξυπηρέτηση. «Επειδή  εγώ πίστευα πολύ κάποτε στην λύση!». Εχαμογέλασε απολογητικά επειδή έφερεν μονάχα έναν αντίτυπο και μου υποσχέθηκε να μου φέρει ένα βιβλίο την επόμενη φορά. «Μα κλαίτε?». Κρυολόγημα του απαντώ. Κι αυτός κάποτε έκλαιγεν θα μου πει. Αλλά όλα αυτά επεράσαν. Τώρα περιμένει ένα εύκολο τέλος «που θα το δυσκολέψω όσο μπορώ», λαλεί και κλίνει το μάτι του. Το μόνο του πρόβλημα είναι ο χώρος ταφής!  «Θέλω να ταφώ στο χωριό μου». Μα πού? Στο Δίκωμο. Τα εμίλησεν λαλεί με όσους πρέπει. Έκαμεν και διαβήματα και επιμένει. Ξέρει στα κατεχόμενα πολλούς και θα τα κανονίσει. Δεν μπορεί! Δεν γίνετε διαφορετικά. Μα το χωριό? Το νεκροταφείο? Ερειπωμένο. Πώς γίνετε? Πώς θα γίνει? Πώς θα είναι? Δεν θα νιώθει… μοναξιά? «Ανοησίες!». Ο τόπος που εμεγάλωσα. Που αναγιώθηκα. Που έγινα σωστός!. Κάποτε επίστευεν λαλεί πολλά στην λύση. «Τώρα θέλω μόνον να με θάψουν στο χωριό μου!». Το μέτωπο του γιαλίζει. Έχε πείσμαν ο παππούς! Λαλείς να τα καταφέρει. «Το χωριό μου. Το χωριό μου", λαλεί… το χωριό του. Η ταφή του. Έκαμεν διαβήματα. Εμίλησεν με τους αρμόδιους. Ξαφνικά χαμογελά. «Αν τα καταφέρω να έρτετε!», μας προσκαλεί χαρούμενα. Κοπιάστε. Στην ταφή του. Στο χωριό του. «Μα κλαίτε?». Βαρύ κρυολόγημα του απαντώ. Πολύ βαρύ…

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

Το σπίτι της Κούλας…


Η Κούλα έπιασε το πετσετάκι που ήταν πάνω στην τηλεόραση και το τακτοποίησε με το χέρι της απαλά. Εκοίταξε ύστερα το δωμάτιο και αναστέναξε. Ήταν ούλα καλά. Φτασμένα, καθαρά, συγυρισμένα. Κανένας δεν θα της έβρισκεν ψεγάδι να πει. Τα έπιπλα της τα σκαλισμένα. Το σαλόνι της το κλασσικό. Ακόμα και λουλούδια είχεν βάλει στο βάζο. Το κρυστάλλινο. Ήταν ούλα όμορφα και περιποιημένα και έτοιμα να δεχτούσιν τους ξένους της. Δηλαδή ποιους ξένους? Τους μελλοντικούς ενοικιαστές της. Η Κούλα αναστέναξε και τακτοποίησε το πετσετάκι και πάλι μηχανικά. «Τους ενοικιαστές μου», είπεν δυνατά και εγεύτηκεν τις ξινές λέξεις στο στόμα της. Βασικά το πετσετάκι όπως και το σαλόνι και τα έπιπλα, ακόμα και το βάζο το κρυστάλλινο ήταν η προίκα της. Το σπίτι που της εφτιάξαν οι γονιοί της μιαν ημέρα για να κατοικίσει. Ήταν απλό, κτισμένο πάνω που το σπίτι της μάμας της, σε μισόν οικόπεδο. Είχε τρεις κρεββατοκάμαρες με ερμάρια μεγάλα, κουζίνα με μίνι σαλονάκι, σαλόνιν κανονικό και βεράντες περίφημες. Ήταν ότι έπρεπε για μιας οικογένειαν με δύο μωρά. Όσο δηλαδή υπολόγιζεν να κάμει η ίδια όταν υπολόγιζε ότι ήταν να παντρευτεί και να κάμει οικογένεια. Να ζήσει. Να γίνει κάποια. Να είναι και αυτή Κυρία. Παντρεμένη. Αλλά άλλος πως τα υπολόγιζεν και άλλος πως της τα έφερεν η ζωή. Δεν εστάθηκεν ικανή. Δεν τα εκατάφερε. Εν τα εβόλευκε με τους άντρες. Τι προξένια της εφέρναν, τι παιθκιά της εσυστήσαν στην δουλειά που εδούλευκε πωλήτρια, τι νέους λαμπρούς της ελαλούσαν να γνωρίσει η Κούλα τίποτα. Ο ένας εβρώμεν λαλεί. Ο άλλος εμύριζεν. Ο άλλος εν ήταν πολλά μορφωμένος. Ο άλλος εν ήταν πολλά όμορφος. Ο άλλος ήρτεν πολλά αργά, ο άλλος ήρτεν πολλά γρήγορα. Μετά πολλά η Κούλα, που εν ήταν στην πραγματικότητα και καμιά καλονή ήρτεν και εγέρασεν και έγινεν χωρίς να το καταλάβει 48 χρονών. Και τότε εσταμάτησαν τα προξένια. Εσταματήσαν και οι γνωριμίες. Εσταμάτησεν και η Κούλα να απορρίπτει. Και  επικεντρώθηκε να επιπλώσει καλύτερα το σπίτι της και να ταχτοποιήσει την προίκα της που της τα είχεν όλα η μάμα της σασμένα. Λαλείς και τούτον η ενασχόληση τα άλλαζε τα δεδομένα. Θα εγίνετουν ξαφνικά 28. Θα είχεν και πάλι επιλογές. Θα μπορούσε ακόμα να γίνει Κυρία.

Βασικά για ούλα εν η μάνα της που έφταιεν, εσκέφτηκεν η Κούλα που την έκαμεν να πιστέψει πως ήταν ίσως καλύτερη από ότι πραγματικά ήταν. Θυμάται την που μωρό, που εκάθουνταν μαζί στην κουζίνα και εβλέπαν τηλεόραση και εκάμναν σμιλί τα πετσετάκια που της ελάλεν πόσον καλά θα ήταν που ήταν να παντρευτεί έναν νέον καλό, ένα παιδί όμορφον και πλούσιον και μορφωμένον, πόσο θα ήταν η τύχη της καλή, πόσο σημαντικό θα ήταν να τα καταφέρει και τούτη να κουρουκλιστεί. Αλλά σαν έφτανεν η ώρα κανένας δεν έφτανε τις προσδοκίες της μάνας. Και έκαμνεν και πίσω και η Κούλα, επειδή βασικά κανένας δεν έμοιαζε με το βασιλόπουλο που της είχε τάξει στην κουζίνα η μάνα της. Και κανένας δεν θα μπορούσεν ποτέ να σταθεί ικανός. Ικανός. Ακόμα και τώρα, που ο κήβος ερίφθην όπως λαλούν και στην τηλεόραση. Ακόμα και τώρα που ήθελε να νοικιάσει το σπίτι της, αφού στο κάτω κάτω το είχεν έρημον και κλειστό, πλήρως επιπλωμένο όπως ήταν και έτοιμον και εμείνισκε κάτω με τον παπά και την μάμα της, ακόμα και τώρα η Κούλα έβρισκε την μάμα της μπροστά, να της λαλεί τι και πώς, να της διά πάλι οδηγίες. Σε ποιόν να το νοικιάσει. Να ένει πλούσιος και καλός. Να ένει και άντρας. Να μην είναι οικογένεια να έχουσιν μωρά, να είναι παλιόπαιδά και να της το χαλάσιν. Η Κούλα ήθελε να της μπίξει τις φωνές, να της πει «όι!», να της πει να την αφήσει. Να κάμει και αυτή μια φορά  το δικό της, το σπίτι, να το νοικιάσει, να πιάνει λία λεφτά, να κάμει κάτι, να σταματήσει να είναι εκεί έρημο και άκληρο σαν την ίδια. Αλλά εν ημπορούσεν. Εν τα κατάφερνε. Άφηνεν την να μιλά και το χειρότερον. Άφηνε τα λόγια της να μπαίνουν μέσα στο κεφάλι της. Να μπαίνουν μέσα στην καρδιά της. Άφηνε τα λόγια της να την πειθούν. Να την επηρεάζουν. Ήταν λες και έψαχνεν και αυτή για το σπίτι να παντρευτεί έναν νέον καλό, ένα παιδί όμορφον και πλούσιον και μορφωμένον, πόσο θα ήταν η τύχη του σπιτιού της καλή, πόσο σημαντικό θα ήταν να τα καταφέρει και τούτον ως σπίτιν να κουρουκλιστεί.

Πάλε εχαίδεψεν το πετσετάκι η Κούλα. Πάλε εκοίταξεν το σπίτι της. Πόσον όμορφον! Πάλε εκοίταξε το βάζο της. Το βάζο το κρυστάλλινο. Και εταράχτηκεν πολύ! Και όταν εχτύπησεν η πόρτα ήταν πολλά ταραγμένη (που το βάζο, που τα λουλούδια, που τες πολλές τις σκέψεις!). και άνοιξε η πόρτα και είδε την τύχη της, είδε το παρελθόν της, είδε την μοίρα της. Ήταν μια κοπέλα με δύο μωρά και τον άντρα της, μια κοπέλα χοντρούλα συμπαθητική, μια οικογένεια που ήθελε να νοικιάσει το σπίτι της, δυο μωρά που εθέλασιν να ζήσουν στο σπίτι της. Επειδή το σπίτι της ήταν καλό. Ήταν απλό και κτισμένο πάνω που το σπίτι της μάμας, σε μισόν οικόπεδο. Είχε τρεις κρεββατοκάμαρες με ερμάρια μεγάλα, κουζίνα με μίνι σαλονάκι, σαλόνιν κανονικό και βεράντες περίφημες. Ήταν ότι έπρεπε για μιας οικογένειαν με δύο μωρά. ΤΑ ΜΩΡΑ ΤΗΣ.

Έμεινε να τους κοιτάζει στην πόρτα. Εν τους είπε με να μπείτε με να φύετε. Έπιασε μόνο το βάζο το κρυστάλλινο και το έσπασεν. Και εγέμωσες ο τόπος νερά και λουλούδια. Πολλά νερά και πολλά λουλούδια. Μικρά κομματάκια κρυστάλλινα. Η Κούλα εγονάτισε και επαρέσυρε με το χέρι της το πετσετάκι. Μέσα στον θολωμένο της τον νου άκουσε που κάτω την μάνα της, με αγωνία να την φωνάζει. «Κούλα! Κούλα!». Κούλα μου. Το σπίτι σου.

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

Η Αριστερά μου…

Ο τελευταίος ανάμισι χρόνος ήταν δύσκολος αν ήθελες να ονομάζεις τον εαυτό σου αριστερό. Η κακή οικονομία, που κρέμεται πάνω που το κεφάλιν όλων μας, τα γεγονότα στο Μαρί, πολιτικές ηθικές και άλλες ατασθαλίες που πρέπει να είσαι τουλάχιστον χαζός να αγνοήσεις ή και να μειώσεις την σημασία τους. Ναι, το κόμμα που εκπροσωπεί την Αριστερά στην Κύπρο ήρθε στην εξουσία και το ηπιότερο που θα μπορούσαμεν να πούμε είναι πως εν ήταν ακριβώς ότι πιο πετυχημένο και καλό! Διέψευσε πολύ τις προσδοκίες, εμφανίστηκε να είναι κάτι από τα ίδια, ισχυρό κομμάτι μιας παρωχημένης πολιτικής, συντηρητικό και μονόχνοτο. Για κάποιους από μας το μεγάλο μπαμ είχε κιόλας γίνει το 2004- αλλά τέλος πάντων… (Περσινά ξινά σταφύλια… Πολύ ξινισμένα όμως… ακόμα έχω την γεύσην τους στο στόμα μου..)

Εν πάση περιπτώσει που λαλούσιν και στη λατρεμένη μας Βουλή. Τούτα εν τα γεγονότα μπροστά στα μάθκια μας. Η πολιτικοποίηση και η εξαργύρωση (πολιτική και εξουσιαστική) μιας ιδεολογίας που για κάποιους από μας απέχει πολλά που μαρξιστικά τζαι κομματικά μανιφέστα, που εν κάτι διαφορετικό, εν κομμάτι της ύπαρξης μας, στοιχείο της ταυτότητας μας, του τρόπου που μεγαλώσαμε τζαι τούτου που εγίναμεν, τζαι απέχει πολλά που την ταυτότητα του Ακελικού. Εν σημαίνει πως αν προσδιορίζεις τον εαυτό σου αριστερό είσαι ταυτόσημος με έναν κόμμα, με μιαν κατάσταση. Τούτος όμως εν είναι αυτονόητον, σε καμίαν περίπτωση στην Κύπρο. Αλλά φευ! Τούτες οι ταπέλες τζαι οι ταυτοποιήσεις που εν κοινή χώρα στην Κύπρο εν χαζές τζαι τραγικές. Διότι απογυμνώνουν σε που τα βιώματα σου, που σε εκάμαν τούτον που είσαι.

Βασικά, εν ηξέρω αν εξηγούμαι καλά… Θέλω να πω πόσο πολλά με ενοχλεί τούτον το τσουβάλιασμα που γίνεται. Τούτη η περιπαικτική διάθεση αμαν πεις πως είσαι αριστερός. Τούτη η ανικανότητα του άλλου να σε καταλάβει. Λαλείς τζαι ούλοι μας είμαστε μέλοι της ΕΔΟΝ, κυκλοφορούμεν με φανέλες του τζε Γκεβάρα τζαι παιρνούμεν τα βράδια μας μιλώντας για τα κακα που επροξένησεν το Πραξικόπημα στον Τόπο.

Αριστερός γίνεσαι… όταν γεννηθείς σε υποβαθμισμένες συνοικίες, ας πούμε της Λευκωσίας. Περίπου καταδικασμένος να ζήσεις μια ζωή σαν των γονιών σου. Που τζαι τζείνοι, ήταν έξυπνοι τζαι ικανοί πολλά αλλά έδωκεν τους την πουπάνω το Σύστημα. Εν είχαν ευκαιρίες. Καμίαν τζαι ποττέ! Τζαι αν το αμφισβητείς τούτο πραγματικά έζησες τζαι εμαγάλωσες σε μίαν Κύπρο πολλά διαφορετική που τζείνη που εμεγάλωσα εγώ! Τζαι οι γονιοί μου. Βίοι παράλληλοι τζαι άλλοι κόσμοι… Μα εντελώς άλλοι κόσμοι… Πίστεψε με… επειδή εγώ είδα τον κόσμο σου τζαι απέχει πολλά που τον δικό μου!

Σημαίνει η μάνα σου να μεν εμπόρεσεν να τελειώσει ούτε καν το δημοτικό επειδή οι γονιοί της ήρταν οικονομικοί μετανάστες που την Πάφο που εθκίωξαν τον παππού που τα μεταλλεία επειδή ήθελε καλύτερες συνθήκες ζωής. Σημαίνει που το να είχασιν φαί στο τραπέζι ήταν θέμα τζαι ζήτημα που η μάνα σου το μημονεύει ακόμα τζαι σήμερα… σημαίνει ο παπάς σου να δουλεύκει στα εργοστάσιο των παππουτσιών που τα 12 του τζαι να έσιει σήμερα μερική πνευμονική ανεπάρκεια που τις αναθυμιάσεις των γόμων τζαι των τριμμάτων που είχασιν τα δέρματα.

Σημαίνει μετά μιαν οικογένεια με προβλήμματα πολλά οικονομικά τζαι κοινωνικά-διότι η φτώχεια τζαι οι παρέες της εν σε αφήνουν ήσυχο να πνάσεις τζαι να ζήσεις καλά τζαι μόνο στα παραμύθκια εζήσαν κάποιοι φτωχιοί τζαι ευτυχισμένοι… Σημαίνει ένα που τα αδέλφκια σου να μεν εμπορέσε να τελιώσει καν το γυμνάσιο. Σημαίνει ένα σπίτι που εκτίστηκε με κόπο τζαι έμεινεν ατέλειωτο τζαι εσύ εζούσεν μέσα τζαι αντρέπεσουν να καλέσεις τους συμμαθητές σου. Σημαίνει να είσαι 17 χρονών τζαι το μέλλον σου να εν θολόν τζαι ατέρμονο τζαι να ευκαριστείς που εγίνηκεν το πανεπιστήμιο κύπρου τζαι εμπόρεσες εσύ να σπουδάσεις. Σημαίνει πολύ κόπον τζαι ιδρώτα τζαι να βουράς πάντα να φτάσεις τους άλλους, δρωμένος τζαι διαλυμένος στην αφετηρία τους. Την ωραία, την όμορφη. Την Κυπριακή. Σημαίνει μετά δυσκολίες πολλές στην δουλειά. Που εν ηξέρεις κανέναν, που είσαι που οικογένεια που εν μετρά, που φέρεις μαζί σου ταμπού τζαι κατάλοιπα. Ναι φυσικά... Ούλοι οι άλλοι εν άξιοι τζαι επιάναν τες δουλειές αξιοκρατικά... Σημαίνει να λυπάσαι τους φτωχούς ούλου του κόσμου. Να διάς φαϊ στους φτωχούς τους συνταξιούχους της γειτονίας, να ανάφκεις τα καντήλια των γέρων που επέθάναν πρόσφυγες μόνοι τους, να λυπάσαι τους λαθρομετανάστς τζαι να συμπάχεις με τους κατατρεγμένους. Διότι είσαι τζαι εσύ. Όπου τζαι να είσαι σήμερα, ότι έκαμες ότι τζαι να επέτυχες… Τζαι ναι, γίνεσαι πολλά μελό…πάρα πολλά... τζαι μπορεί να ακούεις τζαι πολλά τον Παπακωνσταντίνου. Τζαι ενίοτε να σε πιάνει τζαι να μπαίνεις κοινώς μες τα πετσιά σου, καλή ώρα όπως εγώ σήμερα… να κάμνεις ενδοσκοπήσεις... Γενικά…Τέλος πάντων… για μένα αριστερός εν τούτα ούλα που σημαίνει… τολμώ να πω ότι λαλώ ότι είμαι αριστερή… ρωτήσουν με εν με ρωτούσιν. Τζαι όι, εν αντρέπουμαι… Εν θα μπορούσα ποττέ μου…