Πέμπτη 13 Αυγούστου 2009

Περί εγκλημάτων...

Ήθελα να γράψω εδώ και μέρες για το βιβλιοπωλείο της Ναντίν στα κατεχόμενα. Πήγαν και το έκαψαν κάτι ηλίθιοι και όλοι είναι σίγουροι πως το έκαναν για λόγους εκδίκησης και να δείξουν ποιος κάνει πλέον κουμάντο με την αλλαγή στη λεγόμενη «εξουσία». Μετά ήρθε στην επιφάνεια όλο αυτό το θέμα με τους πέντε αγνοούμενους και το πώς φαίνεται πως τους σκότωσαν εν ψυχρό Τούρκοι ατάκτοι για να εκδικηθούν για τις δικοινοτικές ταραχές. Και ταράχτηκα πολύ. Σε αντίθεση με την κραταιά άποψη που θέλει εμένα και τους ομοίους μου να είμαστε τουρκόφιλοι και ενδοτικοί και οτιδήποτε άλλο σκεφτεί το κεφάλακι του κάθε ετοιμοπόλεμου που χωρίζει τα αρνιά και τα ερίφια κρατόντας για τον εαυτό του τον τίτλο του καλού…

Σκέφτομαι πόσο φρικτό θα είναι για τους γονείς αυτών των πέντε ανθρώπων, για τους δικούς τους ανθρώπους, να ακούνε πλέον όλα αυτά τα φρικτά και τα απάνθρωπα. Ους πυροβόλησαν και τους έθαψαν με την μπουλντόζα. Και όλα αυτά τα χρόνια υπάρχουν υπόνοιες ότι το περιβόητο κράτος γνώριζε. Υπήρχαν δηλαδή κάποιοι που ήξεραν θετικά πως αυτοί οι πέντε είχαν σκοτωθεί και δεν είχαν ειδοποιήσει του συγγενείς τους πως δεν ήταν αγνοούμενοι. Απλά και μόνο για να αυξηθεί ο αριθμός των αγνοουμένων. Εμένα περισσότερο από όλα με έχει ενοχλήσει αυτό. Με έχει εξοργίσει. Αυτή η αντιμετώπιση. Του ανθρώπου, της οικογένειας, των ατόμων, ως μονάδες αμελητέες, είναι πέραν κάθε αντίληψης. Η συνειδητοποίηση μας ως πολίτες , η ανάγκη για δράση και κινητοποίηση, έρχεται πρώτα μέσα από τα δικά μας τα εγκλήματα. Η Τουρκία ας ακολουθήσει αργότερα.

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2009

Ο κακός ο λύκος



Είμαι ο κακός ο λύκος
Τρομάζω τα παιδικά όνειρα των παιδιών
Και κρύβομαι ενίοτε μέσα σε σκοτεινές ντουλάπες
Κάτω από το μικρό σου κρεββάτι
Θα είμαι πάντα στο σκοτεινό δωμάτιο
Των παιδικών σου χρόνων
Καραδοκώντας στο σκοτάδι
Για να σε φάω…

Από κοντά μου πέρασαν
Και γλίτωσαν
Εφτά μικρά κατσικάκια
Τρία γουρουνάκια,
(το ένα σοφό κι έξυπνο η αλήθεια)
Μια γιαγιά και μία μικρή με κόκκινο σκουφάκι
(Που γύρναγε αμέριμνη στο δάσος
Ξάχνοντας για μπελάδες)

Ομολογώ ότι νικήθηκα από όλους
Κατά κράτος
Και τριγυρίζω νηστικός και νικημένος
Σε αιώνια παραμυθία
Δεν ήτανε δικό μου το καλό τέλος

Κανένας δεν έψαξε ποτέ το δίκαιο το νικημένου
Την πίκρα της αποτυχίας
Δεν ένοιωσε το όπλο του κυνηγού
Την πείνα του θηρίου
Την φύση του λύκου


Είμαι ο κακός ο λύκος
Τρομάζω τα παιδικά όνειρα των παιδιών
Και κρύβομαι ενίοτε μέσα σε σκοτεινές ντουλάπες
Και κάτω από το μικρό σου κρεββάτι
Θα είμαι πάντα στο σκοτεινό δωμάτιο
Των παιδικών σου χρόνων
Καραδοκώντας στο σκοτάδι
Για να πεθάνω…

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2009

Μικρές στιγμές μεγάλων ανθρώπων…

Οι γονείς μου, όπως όλοι οι άνθρωποι άλλωστε, έχουν αυτή την τάση να θυμούνται ακριβώς τι έκαναν τις μεγάλες στιγμές της ζωής τους. Καλή ώρα την ημέρα του πραξικοπήματος. Η μάμα μου λέει ήταν στην αυλή και καθάριζε μπάμιες, (αλλά γενικά έτσι είναι η μάνα μου, σηκώνεται στις 5 το πρωί ανεξαρτήτως πραξικοπήματος ή όχι) ενώ η μπαμπάς μου κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου. Όταν χτύπησαν οι σειρήνες να ανακοινώσουν το κακό έτρεξαν και οι δυο να δουν τι θα κάνουν με τα δύο παιδιά τους (την αδελφή και τον αδελφό μου-εγώ ακόμη δεν υπήρχα καν στο προσκήνιο) και έμειναν να τα κοιτάζουν με αγωνία. Η μάμα μου λέει πέρασαν μερικές κρίσιμες ώρες κοιτάζοντας τα παιδιά μέχρι που θυμήθηκε τις μπάμιες και έτρεξε στην αυλή να συνεχίσει μηχανικά το καθάρισμα (ως γνωστόν οι μπάμιες πρέπει να καθαριστούν άμεσα και να μπουν σε νερό με ξύδι) ακούγοντας με σπαραγμό ραδιόφωνο, ενώ ο μπαμπάς μου έντυνε τα αδέλφια μου προσπαθώντας να τους εξηγήσει παράλληλα τα ανεξήγητα. Όταν ο Μακάριος έπεσε νεκρός (σύμφωνα με την αχώνευτη κατά τη μάμα μου εκφωνήτρια του ΡΙΚ) η θεία μου η Λαζαρού έβαλε φωνή μεγάλη και έπεσε από το σκαλί της εξόπορτας. Η μάνα μου παράτησε τις μπάμιες να τρέξει να την συνεφέρει ενώ τα αδέλφια μου στρίγκλιζαν πως μαζί με τον Μακάριο πέθανε και η θεία η Λαζαρού. Κατά τους γονείς μου, παρέμειναν σιωπηλοί και ανέκφραστοι μέχρι αργά το απόγευμα όπου έμαθαν με ανακούφιση ότι 1) ο Μακάριος δεν ήταν νεκρός (ούτε η θεία η Λαζαρού, την γλίτωσε με ένα καρούμπαλο και ένα μώλωπα στο κεφάλι) και 2) με ανησυχία ότι μυριάδες συγγενών θα αναγκάζονταν να διανυκτερεύσουν σπίτι μας επειδή είχε αποκοπεί η διέλευσης προς τα χωριά τους. «Ήρθε ο θείος ο Αντρίκος, η θεία η Δέσποινα, ο παππούς ο Σωτήρης, η εξαδέλφη η Κούλα, η κουνιάδα του θειου του τατά σου και τα πεθερικά της θείας της Λαζαρούς (η οποία είχε προσφάτως αρραβωνιαστεί με τον Άγιο θείο Τάκη-αλλά αυτή είναι η ιστορία ενός άλλου ποστ).» Και όλοι αυτοί πέραν του που θα κοιμόντουσαν στρωματσάδα ήθελαν κιόλας φαϊ. Η μάνα μου επιστράτευσε τις μπάμιες, έσφαξε μια κότα που τις έδωσε η γειτόνισσα, τηγάνισε ένα κασόνι πατάτες και άνοιξε μια φίζα με χαλούμια που την είχε ακριβοπληρώσει από μια συγγένισσα της στην Πάφο. Ο μπαμπάς αγόρασε 4 καρβέλια ψωμί και για τρεις μέρες έτρωγαν και έπιναν, μνημόσυνο στη δημοκρατία. Όλα αυτά έγιναν την Δευτέρα και μέχρι την Παρασκευή που έφυγαν όλοι η μάνα μου είχε ρέψει από την κούραση… Το Σάββατο το πρωί η μάνα μου ξύπνησε αμέριμνη για να αντικρίσει από το παράθυρο τους Τούρκους αλεξιπτωτιστές: «Ξύπνα και θα έχουμε εισβολή!», είπε στον πατέρα μου, με ένα τόνο διφορούμενο και μέχρι σήμερα αδιευκρίνιστο περί της σημασίας του. Τα υπόλοιπα είναι λίγο ως πολύ γνωστά και μάλλον κοινά για όλους. Η μάνα μου αναζήτησε καταφύγιο για τα παιδιά και ο πατέρας μου πήγε στην Κερύνεια για να πολεμήσει. Όλα αυτά μου τα έλεγε σήμερα η μάνα μου, την ώρα του μεσημεριανού φαγητού-που ήταν καλή ώρα μπάμιες. «Μπάμιες καθάριζα και εκείνο το πρωί που πήγαν οι τρισκατάρατοι να σκοτώσουν τον Μακάριο!», μου είπε από την πρώτη μπουκιά με στόμφο και ξεκίνησε να μου διηγείται τα καθέκαστα. «Και καλά ρε μάμα, τόσο κακό εσύ θυμάσαι κυρίως τις μπάμιες?»την ρώτησα μισοθυμωμένη. «Όχι», μου απάντησε με ύφος θιγμένο. «Θυμάμαι εκείνη τη φίζα με τα χαλούμια. Δώδεκα, ακούεις? Δώδεκα σελίνια είχα δώκει στην Μαρουλού και δεν αξιώθηκα να φάω κουτσί!»


Ελένη (ως Ελένη)

Άτρωτος…

Σήμερα είναι μια σημαντική μέρα για μένα για λόγους πολλούς. Ας την πούμε μια μέρα ορόσημο. Όπως έχουμε όλοι άλλωστε. Ο κάθε ένας από εμάς… Είναι σημαντική ακριβώς επειδή είναι ένα ορόσημο. Πάντως σκεφτόμουν ότι μέχρι αυτή την ημέρα θα ήθελα να είχα κάνει τόσα πολλά… Να ολοκλήρωνα τις σπουδές μου, να ολοκληρωνόμουν ως άνθρωπος, να έβρισκα τον έρωτα της ζωής μου, να είχα περισσότερη οικονομική άνεση για να κάμω τα πράγματα που αγαπούσα. Σκέφτομαι ότι τα έκανα τελικά όλα αυτά. Στάθηκα άξια πληρωτής στην επένδυση που έκανα στον εαυτό μου. Και μορφώθηκα, και αγαπήθηκα και ταξίδεψα. Πόσα να θέλει τελικά ο άνθρωπος? Τελικά θέλει και άλλα. Ας μην τα πω μικρά και ευτελή, ας τα πως σημαντικά και μεγάλα. Που δεν έχουν να κάμουν τελικά με τα περιττά και απτά αγαθά. Κοιτάζω βαθιά μέσα μου και βλέπω ριζωμένη την αρχέγονη επιθυμία. Και σκέφτομαι: Μήπως τελικά τίποτε άλλο δεν άξιζε αν δεν το έχω αυτό? Μήπως τελικά όλα ξεκίνησαν για να καταλήξω εδώ? Κοιτάζω λοξά πίσω μου ξανά τον παλιό εαυτό μου. Εμένα σε τόσες πολλές και άλλες μορφές. Εμένα παιδί, εμένα έφηβο, εμένα γυναίκα. Νοιώθω την ματιά μου σας αυτούς τους καθρέφτες που πολλαπλασιάζουν τα είδωλα και σκέφτομαι το παρελθόν. Και ύστερα σκέφτομαι το μέλλον. Και λέω: Ελπίζω σε άλλα τόσα χρόνια να είμαι το ίδιο περήφανη. Να είμαι τουλάχιστον ικανοποιημένη. Θέλω να τελειώσω αισιόδοξα: Ελπίζω σε άλλα τόσα χρόνια να είμαι επίσης καλά, να έχω ανθρώπους που αγαπώ γύρω μου, να είμαι ευτυχισμένη.
Ελένη (ως Ελένη)

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2009

Ιούλιος...


Ξέχασα πριν να το πω...
Μας ήρθε και ο ο Ιούλιος...
Καλό μήνα...
Ελένη (Ως Ωραία)

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2009

Κυπριακό παράδοξο…

Ελπίζω πως η είδηση πως πέθανε ο Ισμέτ Βαχίτ Γκιουνέι να μην περάσει στα ψηλά των εφημερίδων. Πρόκειται για τον Τουρκοκύπριο καλλιτέχνη που είχε σχεδιάσει την σημαία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σχεδίασε επίσης την κυπριακή λίρα και το έμβλημα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο καλλιτέχνης ζούσε κάπως αποκομμένος στο σπίτι του στην Κερύνεια. Δεν μιλούσε πολύ για την σημαία και τα συναφή. Αν θυμάμαι καλά κάποτε είχε πει σε μια σπάνια συνέντευξη του πως δεν είχε καν τη σημαία στο σπίτι του και πως έβρισκε την όλη υπόθεση μέρος του παράδοξου της Κυπριακής ιστορίας. Είναι τραγικό που ζούμε όλα αυτά τα παράδοξα. Κλείνουν συνέχεια κεφάλαια στο Κυπριακό, κύκλοι ολοκληρώνονται και ακόμα κι εμείς, που γεννηθήκαμε μετά την εισβολή και τον πόλεμο γίναμε μεγάλοι άνθρωποι πια, διαπράττουμε παρόμοια λάθη, ανοίγουμε νέους, παράδοξους κύκλους. Νομίζω αν σταθούμε μια φορά μακριά, αν αντιληφθούμε πόσα παράξενη είναι η ζωή μας μέσα από το πολιτικό ζήτημα που αντιμετωπίζουμε, θα τρομάξουμε με τον ίδιο μας τον εαυτό. Τι να πει κανείς… Πάλι καλή που με τόσα που ζούμε είμαστε σχετικά-σχετικά έτσι?- φυσιολογικοί …

Ελένη (ως Ελένη)

Τρίτη 23 Ιουνίου 2009

Οι ζωές των άλλων…

Πριν από μερικές μέρες πήρα μια πρόσκληση για τα γενέθλια της κόρης μιας φίλης. Η μικρή θα γίνει 3 χρονών και η περήφανη μαμά θα ετοιμάσει το πάρτι της ζωής της. Της δικής της, της μικρής? Μένει να δούμε όταν πάμε… Αν πάμε… Διάβαζα πριν από μερικές μέρες στα ΝΕΑ ότι ακόμα και οι φίλοι έχουν ημερομηνία λήξεως και πως κρατάνε περίπου επτά χρόνια. Και πως όλα έχουν να κάνουν τελικά με το περιβάλλον στο οποίο κινείσαι, τις νέες εμπειρίες της ζωής σου ακόμα και τη νέα δουλειά που έχεις επιλέξει. Τρία χρόνια πριν ίσως θα ήμουν αφελής αρκετά να απορρίψω με βδελυγμία αυτό και παρόμοια κείμενα, και θα ορκιζόμουν πως οι δικοί μου φίλοι είναι και θα μείνουν παντοτινοί. Πως το λένε αυτό? Λόγια αφρόνων ή κάτι παρόμοιο… οι φίλοι δεν είναι παντοτινοί. Είναι νησίδες αγάπης και συντροφικότητας που βρέθηκαν σε μια δεδομένη στιγμή κοντά σου και μετά, όταν αυτά που σας ένωναν τέλειωσαν, ο καθένας θα πάρει τον δρόμο του. Φίλοι από το σχολείο, που νόμιζες πως είχες δημιουργήσει μαζί τους στεγανά, φίλοι από τον στρατό (αν και δεν είχα την εμπειρία J ), φίλοι που βρέθηκαν στον δρόμο σου μια στιγμή και πορεύτηκες μαζί τους. Το θέμα είναι τελικά να έχεις δίπλα σου ανθρώπους να πορεύεσαι στη ζωή. Και δεν πειράζει αν δεν είναι οι ίδιοι. Διότι θα ξυπνήσεις μια μέρα και θα δεις με αδιαφορία πως το απόγευμα έχει γενέθλια το τρίχρονο της παλιάς φιλενάδας, ενώ εσύ θα κουμπώνεις νωχελικά το λουράκι στα καινούργια κόκκινα 10πόντα και θα κοιτάξεις τα μήνυμα με συμπάθεια. Ίσως και ειρωνεία. Το θέμα είναι να μην το κοιτάξεις με πικρία. (Και να θέλεις να ανταλλάξεις τα 10ποντα με το τρίχρονο…)